Η κατ’ έγκληση δίωξη της τραπεζικής απιστίας

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ/ February 24, 2022: Τρέχουσα Νομική Επικαιρότητα NewsRoom

NewsRoom eΘέμις


ethemis

Η κατ’ έγκληση δίωξη της τραπεζικής απιστίας

Παπουτσιδάκης Γεώργιος, Μεταπτυχιακός φοιτητής ΜΔΕ Ποινικών Επιστημών

i) Το νομικό πλαίσιο 

Εάν οφείλαμε να επιλέξουμε μια θεματική που απασχόλησε όσο λίγες την ποινική -και όχι μόνο- επικαιρότητα κατά την περασμένη διετία, αναμφίβολα θα καταλήγαμε στο καθεστώς της κατ’ έγκληση δίωξης της απιστίας, ειδικά μετά τον Ν. 4637/2019. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Μια από τις σπουδαιότερες καινοτομίες του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019) αποτέλεσε η επέκταση της κατ’ έγκληση δίωξης των εγκλημάτων που στρέφονται κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας ακόμα και στις κακουργηματικές μορφές τους. Η μεταρρύθμιση αυτή δικαιολογήθηκε πρωτίστως από τον ατομικό χαρακτήρα των πληττομένων εννόμων αγαθών. Εξαιρέσεις εύλογα τέθηκαν, για τις περιπτώσεις των αδικημάτων αυτού του κεφαλαίου που περιέχουν βία ή απειλή ή τελούνται κατά του Δημοσίου. Προβλέφθηκε όμως ακόμη μία : η κακουργηματική απιστία του άρθρου 390 παρ.1 εδαφ. β΄ θα εξακολουθούσε να διώκεται αυτεπαγγέλτως. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται, κατά την Αιτιολογική Έκθεση, στις επιφυλάξεις «που διατυπώθηκαν κατά τη διαβούλευση επί του νομοσχεδίου σε σχέση με το ενδεχόμενο καταχρηστικής μη υποβολής έγκλησης για την πράξη αυτή, ιδίως σε επιχειρηματικούς φορείς μεγάλου μεγέθους εκ μέρους των οργάνων της διοίκησης των ιδίων». Λίγες ημέρες όμως μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου, επισυνέβησαν οι Εθνικές Εκλογές της 7ης Ιουλίου και η επακολουθήσασα αλλαγή κυβέρνησης. Ο νέος κυβερνητικός σχηματισμός συνέστησε νομοπαρασκευαστική επιτροπή, με σκοπό την εισαγωγή τροποποιήσεων αναφορικά με ορισμένες αμφιλεγόμενες επιλογές της προηγούμενης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Τελικώς ο νομοθέτης επανήλθε και με το άρθρο 5 του Ν. 4637/2019 θέσπισε την εξής διάκριση : η απιστία που στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχείρησης του χρηματοπιστωτικού τομέα διώκεται κατ’ έγκληση (άρθρο 405 παρ. 1 εδ. β΄) ενώ αυτή που προσβάλλει τους λοιπούς φορείς του ιδιωτικού τομέα ή φυσικά πρόσωπα διώκεται αυτεπαγγέλτως. Στην σχετική Αιτιολογική Έκθεση τονίζεται ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο «προστατεύεται η ελευθερία άσκησης της οικονομικής δραστηριότητας, η οποία καταδεικνύει την αποτελεσματικότητα της δημοκρατικής λειτουργίας της εκτελεστικής εξουσίας στην άμεση και καθημερινή οικονομική δραστηριότητα». Φαίνεται να υπονοείται εδώ μια σχέση του αυτεπαγγέλτου της δίωξης της απιστίας με φαινόμενα καταχρηστικών μηνύσεων, υπαγορευόμενα από διάφορους παράγοντες (ανταγωνισμός, ενδοεταιρικές διαμάχες, πολιτικά ή συνδικαλιστικά συμφέροντα κ.τ.λ), τα οποία λειτουργούν ως τροχοπέδη στην διαδικασία λήψης επιβεβλημένων επιχειρηματικών αποφάσεων από τις διοικήσεις των τραπεζών, με περαιτέρω συνέπεια την παράλυση αναγκαίων πρωτοβουλιών.

ii) Η αντίδραση του νομικού κόσμου

Η επελθούσα νομοθετική μεταβολή ήρθε αντιμέτωπη με σφοδρή αντίσταση από μερίδα της νομολογίας. Πιο συγκεκριμένα, εκδόθηκαν διάφορα βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με τα οποία αμφισβητήθηκε η συνταγματικότητα της διάταξης του άρθρου 12 παρ. 3 Ν. 4637/2019, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται ως ανίσχυρη. Τα επιχειρήματα που διαλαμβάνονται σε αυτά είναι, επιγραμματικά : α) η αντίθεση της επίμαχης ρύθμισης στην αρχή της ισότητας, β) στο δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής έννομης προστασίας και γ) στο άρθρο 47 παρ. 3 του Συντάγματος περί αμνηστίας.

Α) Αντισυνταγματικότητα λόγω αντίθεσης στην αρχή της ισότητας (άρθρο 4 Συντάγματος)

Όπως είναι γνωστό, η συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας δεσμεύει το νομοθέτη να μην αντιμετωπίζει με ανόμοιο τρόπο ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις, εισάγοντας εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν οι τελευταίες δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος. Αρχικά, τα Συμβούλια που εξέδωσαν τα ανωτέρω βουλεύματα διατείνονται ότι η εξαίρεση των εγκλημάτων που στρέφονται σε βάρος επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα από τον κανόνα του αυτεπαγγέλτου της δίωξης της κακουργηματικής απιστίας χαρακτηρίζεται αυθαίρετη. Η αλήθεια είναι ότι το όχι και τόσο εκτενές χωρίο της αιτιολογικής έκθεσης δεν εξηγεί, για ποιο λόγο οι επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα αποτελούν σπουδαιότερη συνιστώσα της εθνικής οικονομίας από τις αντίστοιχες του λιανεμπορίου, τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις, τις επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών κτλ. Την ίδια στιγμή, το υπ’ αριθμ. 2165/2020 βούλευμα παραθέτει την σκέψη, ότι το ατομικό έννομο αγαθό της περιουσίας αδυνατεί να δικαιολογήσει την εξαιρετική μεταχείριση των τραπεζικών στελεχών, καθώς η λειτουργία των συναφών επιχειρήσεων και φορέων τελεί υπό την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου και ως εκ τούτου ο ατομικός χαρακτήρας της περιουσίας είναι περισσότερο χαλαρός σε σύγκριση με την απιστία σε βάρος άλλου ΝΠΙΔ.

Το επιχείρημα αυτό ωστόσο πάσχει πολλαπλώς. Ορθά ο Αναγνωστόπουλος επισημαίνει ότι με αυτόν τον τρόπο μεταφέρονται ασύμβατοι προς την αρχή της νομιμότητας προβληματισμοί από άλλους κλάδους του δικαίου. Η αποδοχή της δυνατότητας καταδίκης για ένα έγκλημα ενώ απουσιάζει πλήρως ένας ουσιώδης όρους του αξιοποίνου πλήττει βάναυσα την αρχή nullum crimen nulla poena sine lege (άρθρο 7 Συντάγματος). Πάντως, δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται επίκληση της αρχής της ισότητας in malam partem, χωρίς ωστόσο η θεώρηση αυτή να επικρατήσει σε θεωρία και νομολογία. Περαιτέρω, η νομολογιακή γραμμή που επιχειρούν να χαράξουν τα υπό εξέταση βουλεύματα λησμονεί ότι στην περίπτωση του εγκλήματος της τραπεζικής απιστίας υφίσταται πράγματι σκοπός δημοσίου συμφέροντος περί την ομαλή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τα πιστωτικά ιδρύματα επιτελούν μια εξαιρετικής σημασίας λειτουργία, που συνίσταται στην χρηματοδότηση τόσο των επιχειρήσεων για την πραγματοποίηση επενδύσεων και την εξυπηρέτηση της παραγωγικής τους διαδικασίας, όσο και ιδιωτών στο πλαίσιο της καταναλωτικής και στεγαστικής πίστης, αμφότερες δε οι δραστηριότητες συμβάλλουν και με το παραπάνω στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Το δημόσιο συμφέρον επιτάσσει να δημιουργηθεί ένα νομικό πλαίσιο, ικανό να προστατεύσει τις επιχειρήσεις του κλάδου από τον υπαρκτό κίνδυνο υπέρμετρης ποινικοποίησης ορισμένων πτυχών της δραστηριοποίησής τους, όπως κατεξοχήν η διαχείριση των λεγόμενων «κόκκινων δανείων», και την συναρτώμενη με αυτόν παράλυση της δράσης τους. Κατά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης άλλωστε η βίαιη και απρόοπτη μεταβολή των οικονομικών δεδομένων συνδέθηκε άμεσα με τις αθρόες διώξεις που κινήθηκαν σε βάρος τραπεζικών στελεχών για απιστία. Από την άλλη, η απόπειρα εξομοίωσης της τραπεζικής με τη δημόσια περιουσία εδράζεται στις εν πολλοίς παρωχημένες αντιλήψεις, υπό την επιρροή των οποίων εντάχθηκαν οι τράπεζες στον ευρύτερο δημόσιο τομέα μέσω του άρθρου 263Α του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα. Το να θεωρείται η τραπεζική περιουσία στα πλαίσια ενός οικονομικού συστήματος που θεμελιώνεται στις αρχές της ελεύθερης αγοράς ως έκφανση της δημόσιας δεν μπορεί εξάλλου να γίνει αποδεκτό. Όπως ορθά τονίζεται, οι Τράπεζες έχουν τον χαρακτήρα ιδιωτικών κερδοσκοπικών επιχειρήσεων και συνεπώς η περιουσία τους στερείται του θεσμικά κατοχυρωμένου και θεσμικά εξειδικευμένου κοινωνικού προορισμού που χαρακτηρίζει τη δημόσια περιουσία και δικαιολογεί την ιδιαίτερη προστασία της. Οι όποιες παράπλευρες συνέπειες δύναται να επιφέρει η προσβολή της τραπεζικής περιουσίας στη γενικότερη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος ορθότερο είναι να χαρακτηρίζονται αντανακλαστικές, χωρίς καμία επιρροή για τη στοιχειοθέτηση του υπό εξέταση αδικήματος.

Ακόμη όμως και αν δεχόμασταν ότι η επίμαχη διάταξη προσβάλλει την αρχή της ισότητας για τους ανωτέρω λόγους, η ενδεδειγμένη αντιμετώπισή της από τα δικαστήρια περιλαμβάνει την εφαρμογή της αρχής της επεκτατικής ισότητας. Με βάση αυτήν το εφαρμοστέο πεδίο της ρύθμισης που εισάγει ευνοϊκή μεταχείριση για συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων επεκτείνεται, ώστε να καλύπτει και όλους όσους αδικαιολόγητα εξαιρέθηκαν από αυτό. Συνεπές θα ήταν λοιπόν, να επεκταθεί η κατ’ έγκληση δίωξη της κακουργηματικής απιστίας σε όλο τον ιδιωτικό τομέα, ανεξαρτήτως του τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται το ενδιαφερόμενο νομικό πρόσωπο. Κατ’ αυτό τον τρόπο, τα δικαστήρια θα ήταν σε θέση να διαφύγουν τον σκόπελο της παραβίασης της αρχής της νομιμότητας, ενώ την ίδια στιγμή θα εναρμόνιζαν το νομικό καθεστώς της απιστίας με αυτό των υπόλοιπων εγκλημάτων κατά της περιουσίας, τα οποία με το νέο Ποινικό Κώδικα διώκονται κατ’ έγκληση.

Β) Αντισυνταγματικότητα λόγω αντίθεσης στο δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Συντάγματος)

Σύμφωνα με το δεύτερο αυτό επιχείρημα, η εκ του νόμου απαίτηση υποβολής έγκλησης εκ μέρους του παθόντος νομικού προσώπου θέτει δυσανάλογα εμπόδια στο δικαίωμα πρόσβασης στην δικαιοσύνη. Εκ πρώτης όψεως, η συλλογιστική αυτή φαντάζει ελκυστική, δεδομένου ότι σε περίπτωση που επί παραδείγματι η απιστία τελεστεί σε βάρος της τράπεζας από το σύνολο των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, είναι δυνατόν να ανακύψουν πράγματι ζητήματα καταχρηστικής μη υποβολής εγκλήσεως. Αυτή η σύλληψη όμως είναι μάλλον ισοπεδωτικά απλοϊκή. Αφενός, υφίστανται διατάξεις στο δίκαιο των νομικών προσώπων που επιτρέπουν σε μειοψηφούντες μετόχους να αιτηθούν τον διορισμό προσωρινής διοίκησης ή ειδικού εκπροσώπου για την υποβολή έγκλησης σε βάρος των μελών του ΔΣ. Αφετέρου, το νομοθετικό πλαίσιο αναφορικά με τη λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων καθιερώνει ένα, σχεδόν ασφυκτικό, ελεγκτικό και εποπτικό θεσμικό πλαίσιο, με πολλαπλά επίπεδα εσωτερικών και εξωτερικών ελέγχων από τις αρμόδιες εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές, ικανό να περιορίσει, αν όχι να ελαχιστοποιήσει, τα ενδεχόμενα λήψεως αυθαίρετων και ζημιογόνων για την τραπεζική περιουσία αποφάσεων. Η τοποθέτηση των βουλευμάτων άλλωστε θα μας επέβαλλε να θεωρήσουμε αντισυνταγματική κάθε ρύθμιση που θεσμοθετεί κατ’ έγκληση δίωξη οποιουδήποτε περιουσιακού αδικήματος κατά οποιασδήποτε Ανώνυμης Εταιρείας. Πράγματι, ποιο δεδομένο μας επιτρέπει να δεχθούμε ότι δεν υφίσταται ο κίνδυνος καταχρηστικής μη υποβολής εγκλήσεως επί απάτης ή υπεξαίρεσης, ενώ συγκεκριμένα επί απιστίας αυτός συντρέχει;

Γ) Αντισυνταγματικότητα λόγω αντίθεσης στο άρθρο 47 παρ.3 του Συντάγματος περί αμνηστίας

Άρρηκτα συνδεδεμένο με το προαναφερθέν ζήτημα της παραβίασης του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος παρουσιάζεται το τρίτο επιχείρημα περί εισαγωγής μέσω της υπό εξέταση διάταξης «κρυπτοαμνηστίας» σε σχέση με μια συγκεκριμένη κατηγορία ατόμων. Ειδικότερα, το άρθρο 47 του Συντάγματος ορίζει: «3. Aμνηστία παρέχεται μόνο για πολιτικά εγκλήματα, με νόμο που ψηφίζεται από την Oλομέλεια της Bουλής με πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.4. Aμνηστία για κοινά εγκλήματα δεν παρέχεται ούτε με νόμο». Η θέσπιση, λέγουν, της κατ΄ έγκληση δίωξη της τραπεζικής απιστίας σε βαθμό κακουργήματος πέραν του ότι θέτει εμπόδια στη συνέχιση της διαδικασίας, στην ουσία αμνηστεύει τα οικεία εγκλήματα και οδηγεί στην ατιμωρησία των δραστών. Βεβαίως, τούτο δεν είναι ακριβές. Ως κρυπτοαμνηστία νοείται η πράξη του νομοθέτη με την οποία τα εγκλήματα ορισμένης κατηγορίας προσώπων παύουν να αποτελούν αξιόποινες πράξεις. Αντιθέτως, το επίμαχο άρθρο του Ν. 4637/2019 προσθέτει απλώς όρο του αξιοποίνου τους, δηλαδή την υποβολή έγκλησης ή δήλωσης. Μάλιστα, η επίκληση της ΟλΑΠ 3/2016 είναι παντελώς άστοχη. Η τελευταία απόφαση είχε αντιμετωπίσει την προβληματική της εξαίρεσης ορισμένης κατηγορίας προσώπων από την έννοια του υπαλλήλου του άρθρου 263Α του πΠΚ και τη συνακόλουθη αδυναμία στοιχειοθέτησης για αυτήν των διαφόρων γνησίων υπηρεσιακών εγκλημάτων. Δηλαδή, εν προκειμένω όντως κατέστη συγκεκριμένη συμπεριφορά συγκεκριμένων ατόμων μη αξιόποινη με νομοθετική παρέμβαση. Ουδεμία σχέση έχει όμως η περίπτωση αυτή με το υπό κρίση ζήτημα και συνεπώς αλυσιτελώς προβάλλεται.

Εκτός από τα «αιρετικά» αυτά βουλεύματα, συνεπές θα ήταν να γίνει αναφορά και στο υπ’ αριθμ. 2758/2020 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Σε αντίθεση με όσα έγιναν δεκτά στις προαναφερθείσες δικαστικές κρίσεις, εδώ εφαρμόστηκε το άρθρο 405 παρ.1 εδ. β΄ ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ.2 Ν. 4637/2019 με συνέπεια να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω μη υποβολής της δήλωσης συνέχισης της διαδικασίας εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Κατά του συγκεκριμένου βουλεύματος ασκήθηκε αναίρεση από τον Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για εσφαλμένη εφαρμογή (αντισυνταγματικής) διάταξης, Ο Άρειος Πάγος κλήθηκε λοιπόν να αποφανθεί, με τη σειρά του, για πρώτη φορά επί του ζητήματος. Η απάντηση δόθηκε με το υπ’ αριθμ. 158/2021 βούλευμα του ΣΤ΄ Ποινικού Τμήματος, που έκρινε συμβατές με το Σύνταγμα τις σχετικές διατάξεις. Απαντώντας στις αιτιάσεις των επικριτών της ρύθμισης, το δικαστήριο τονίζει αφενός μεν ότι αυτή δεν αντίκειται στα άρθρα 20 παρ.1 και 47 παρ.3 του Συντάγματος, καθώς δεν εξαλείφει το αξιόποινο του αδικήματος αλλά θέτει απλώς πρόσθετο όρο για τη δίωξή της, αφετέρου δε ότι δεν υφίσταται παραβίαση της αρχής της ισότητας, διότι εν προκειμένω δεν θεσμοθετείται άνιση μεταχείριση όμοιων αλλά ανόμοιων καταστάσεων. Περαιτέρω, εμφατικά τονίζεται ότι ο δικαστικός έλεγχος τήρησης της αρχής της ισότητας είναι έλεγχος ακραίων ορίων. Δεν είναι σε θέση ο δικαστής να ελέγχει ή να αμφισβητεί τις σκέψεις ή τα ελατήρια που οδήγησαν το νομοθέτη στην ψήφιση του νόμου. Διαφορετικά, υφίσταται ο κίνδυνος παραβίασης της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, μέσω της υποκατάστασης του νομοθέτη από τον δικαστή. Τέλος, το πεδίο εφαρμογής της ρύθμισης εκτείνεται και σε άλλα πρόσωπα, όπως στους ηθικούς αυτουργούς (π.χ. δανειολήπτες) που δεν έχουν την ιδιότητα του στελέχους τραπεζικού ιδρύματος, ώστε να μην μπορεί να γίνει λόγος για ευνοϊκή αντιμετώπιση συγκεκριμένης ομάδας προσώπων. Οι σκέψεις αυτές υιοθετήθηκαν και από το υπ’ αριθμ. 309/2021 βούλευμα του Ε΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Είναι εμφανές πως το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε τα αντεπιχειρήματα που εκφράσθηκαν από την θεωρία σε σχέση με τις αιτιάσεις περί αντισυνταγματικότητας που αναλυτικώς εκτέθηκαν προηγουμένως. Βέβαια, ούτε στην ποινική επιστήμη υπήρξε ομοφωνία. Ενδεικτικά, ο Μυλωνόπουλος αναφέρει : «(…) εν προκειμένω δεν έχει ληφθεί επαρκώς υπ΄ όψη ότι η διάταξη αποτελεί μια επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στη δικαστική, υπό την έννοια ότι, χωρίς να συντρέχει ουσιαστικός λόγος από εκείνους που υπαγορεύουν την κατ’ έγκληση δίωξη, χορηγήθηκε το εν λόγω προνόμιο με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η αρχή του κράτους δικαίου και το καθήκον της πολιτείας να μεριμνά κατά τον μέγιστο δυνατό τρόπο για την προστασία των εννόμων αγαθών.

Εν κατακλείδι, φρονούμε ότι τα τρία βασικά ζητήματα αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 2 Ν. 4637/2019 που τέθηκαν στο δημόσιο διάλογο δεν κρίνονται πειστικά. Ειδικότερα όμως για το θέμα της αντίθεσής της στην αρχή της ισότητας, ακόμα και αν έτσι είχαν τα πράγματα, ο αποκλεισμός της πρόβλεψης για την κατ’ έγκληση δίωξη της πιστωτικής απιστίας από το εφαρμοστέο δίκαιο επιφέρει μια έτι περισσότερο απαράδεκτη έννομη συνέπεια: την παραβίαση της αρχής της νομιμότητας. Πολύ σωστά υπογραμμίζεται ότι με τη μετατροπή ενός κατ’ έγκληση διωκόμενου εγκλήματος διά μόνης της ερμηνείας σε αυτεπαγγέλτως διωκόμενο θεμελιώνεται ποινικό άδικο χωρίς νόμο, φαινόμενο που πλήττει βάναυσα το νομικό μας πολιτισμό. Η δογματικά ορθότερη λύση περιλαμβάνει την επέκταση της κατ’ έγκληση δίωξης της κακουργηματικής απιστίας σε ολόκληρο τον ιδιωτικό τομέα, μέσω της αρχής της επεκτατικής ισότητας. Τούτο άλλωστε φαίνεται να επιτάσσει και το γενικότερο πνεύμα του νόμου, όπως αποτυπώνεται στην εξαίρεση των περιουσιακών/ιδιοκτησιακών αδικημάτων που στρέφονται κατά ιδιωτών από τον κανόνα του αυτεπαγγέλτου της ποινικής δίωξης, ακόμη και στις κακουργηματικές τους μορφές, εφόσον εννοείται αυτά δεν περιέχουν βία ή απειλή.

 

 

Γεώργιος Παπουτσιδάκης



Source/ Author:Μεταφορτώστε το κείμενο με την πλήρης βιβλιογραφία | Download PDF

LATEST POSTS




ethemis map

Προκηρύξεις/ Αγγελίες

Προκηρύξεις, Διαγωνισμοί και Αγγελίες για δικηγόρους, ασκούμενους & νομικούς.

View more
newsroom

ΝewsRoom/      ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Τρέχουσα Νομική Επικαιρότητα

View more
ethemis case law

Noμολογία

Σημαντικές δικαστικές αποφάσεις, ιδίως των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας

View more
ethemis case law

Noμοθεσία

Οι νόμοι που έχουν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως

View more
ethemis legal studies

Εκπαιδευτικά           Προγράμματα

Για νομικούς & δικηγόρους από εκπαιδευτικούς φορείς στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

View more
ethemis.gr

EΚΔΗΛΩΣΕΙΣ            ΦΟΡΕΩΝ

Εκδηλώσεις Nομικού Eνδιαφέροντος από ποικίλους θεσμικούς Φορείς

View more
ethemis international news

Διεθνή                      Νέα

Διεθνή Νομικά Νέα και Αρθρογραφία, Νομολογία ΕΔΔΑ και αποφάσεις Διεθνών Δικαστηρίων

View more
ethemis map

Δελτία            Τύπου

Ανακοινώσεις ΔΣΑ, δικαστικών ενώσεων, ανεξάρτητων αρχών, θεσμικών φορέων.

View more
ethemis

Συντακτική            Ομάδα

Η Επιστημονική Ομάδα του Ethemis.gr

View more
ethemis.gr

ΣΥΝΕΔΡΙΑ             ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ             e-ΘΕΜΙΣ

Ο Κατάλογος Συνεδρίων και Εκδηλώσεων που έχει διοργανώσει η Ένωση Ελλήνων Νομικών

View more

newsroom