Το δικαίωμα της σιωπής στο πλαίσιο της διοικητικής έρευνας μέσα από τη νομολογία του ΔΕΕ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ / April 07, 2021: Τρέχουσα Νομική Επικαιρότητα NewsRoom

NewsRoom eΘέμις


ethemis

Το δικαίωμα της σιωπής στο πλαίσιο της διοικητικής έρευνας μέσα από τη νομολογία του ΔΕΕ

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η εθνική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Ιταλίας (Consob) επέβαλε χρηματικές κυρώσεις στο φυσικό πρόσωπο DB για κατάχρηση προνομιακών πληροφοριών και παράνομη γνωστοποίηση τους. Διοικητικό πρόστιμο επιβλήθηκε και για άρνηση απάντησης ερωτήσεων στο πλαίσιο της ακρόασης. Στα ανωτέρω προστέθηκε και η παρεπόμενη ποινή προσωρινής απώλειας δυνατότητας άσκησης επαγγέλματος και κατάσχεση οφέλους ή μέσων που χρησιμοποιήθηκαν. Αφού προηγήθηκε απόρριψη της ανακοπής ενώπιον του Εφετείου Ρώμης, ασκήθηκε αναίρεση στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο. Ακολούθως, το Corte suprema di cassazione έθεσε στο Συνταγματικό Δικαστήριο, με διάταξη του, παρεμπίπτοντα ζητήματα συνταγματικότητας. Το Corte costituzionale έκανε αίτηση προδικαστικής παραπομπής ενώπιον του ΔΕΕ διότι το Δικαστήριο ή ο νομοθέτης της Ένωσης δεν έχουν ακόμη εξετάσει το ζήτημα αν τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη επιβάλλουν, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με το άρθρο 6 ΕΣΔΑ, τον σεβασμό του δικαιώματος σιωπής στο πλαίσιο των διοικητικών διαδικασιών που ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα την επιβολή κυρώσεων ποινικού χαρακτήρα.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η κατάχρηση προνομιακών/εμπιστευτικών πληροφοριών συνιστά, κατά το ιταλικό δίκαιο, τόσο διοικητική παράβαση (άρθρο 187bis του ενιαίου κειμένου) όσο και ποινική παράβαση (άρθρο 184 του ενιαίου κειμένου). Οι ισχύουσες στον τομέα αυτό διαδικασίες μπορούν να εφαρμοστούν και να διεξαχθούν εκ παραλλήλου, όπως πράγματι συνέβη στην περίπτωση του DB, εφόσον τούτο είναι συμβατό με την αρχή ne bis in idem. Το ζήτημα που τίθεται συνοψίζεται στο ερώτημα εάν το δικαίωμα σιωπής έχει εφαρμογή όχι μόνο στο πλαίσιο των ποινικών διαδικασιών, αλλά και κατά τις ακροάσεις που διατάσσει η Consob στο πλαίσιο της εποπτικής της δραστηριότητας.

ΙΙ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΩΣ ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΗΣ ΔΙΚΗΣ

Στην απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 2021, Consob, το ΔΕΕ εξετάζει το δικαίωμα σιωπής και το δικαίωμα μη αυτοενοχοποίησης, το οποίο αποτελεί συστατικό στοιχείο του πρώτου, υπό το φως τόσο του Χάρτη όσο και της ΕΣΔΑ. Υπενθυμίζεται ότι, καίτοι η Ένωση δεν έχει προσχωρήσει στην ΕΣΔΑ και άρα η τελευταία δεν συνιστά νομική πράξη τυπικώς ενταγμένη στην ενωσιακή τάξη, το άρθρο 6, παράγραφος 3, ΣΕΕ προβλέπει ρητά ότι τα αναγνωρισμένα από την ΕΣΔΑ θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης ως γενικές αρχές. Υφίσταται, μάλιστα, μια αντιστοιχία μεταξύ των δικαιωμάτων του Χάρτη και της ΕΣΔΑ. Στην απόφαση της 20ής Μαρτίου 2018, Garlsson Real Estate, η νομολογία υπογράμμισε ότι η αντιστοιχία αυτή αποδίδει την ίδια έννοια και εμβέλεια στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται και στα δύο νομοθετικά κείμενα.[3] Η αναφερθείσα ίδια εμβέλεια καθρεφτίζεται στη ρήτρα ομοιογένειας που προβλέπεται στo άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη.) Κατά τις εξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη αντιστοιχεί στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ και το άρθρο 48 του Χάρτη είναι «το ίδιο» με το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, της ΕΣΔΑ. Με σειρά αποφάσεων, το ΔΕΕ τόνισε ότι η νομολογιακή ερμηνεία του ΕΔΔΑ ως προς το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ λειτουργεί ως ελάχιστο όριο προστασίας κατά τη δική του ερμηνεία των διατάξεων του Χάρτη.

Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο στην απόφαση Consob, στην οποία προβαίνει σε ερμηνεία σε σχέση με τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, και στο άρθρο 48 του Χάρτη, στρέφει τη ματιά του στη νομολογία του ΕΔΔΑ. Το τελευταίο τοποθετεί το δικαίωμα της σιωπής στην καρδιά της έννοιας της δίκαιης δίκης.[6] Το δικαίωμα της σιωπής μπορεί να μην προβλέπεται ρητά στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ ή στις διατάξεις του Χάρτη αλλά η διαφύλαξη του είναι σημαντική διότι όπως έκρινε το Δικαστήριο του Στρασβούργου στην απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 1996, *John Murray κατά Ηνωμένου Βασιλείου, συμβάλλει στην αποφυγή νομικών σφαλμάτων και στη διασφάλιση του αποτελέσματος που επιδιώκεται με το εν λόγω άρθρο 6.

H Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της στην υπόθεση Consob τόνισε ότι ο σεβασμός του ανθρώπου και της ελευθερίας του να καθορίζει τις επιλογές του, εμποδίζοντας τις δημόσιες αρχές να ασκήσουν πιέσεις για τη διαμόρφωση της βουλήσεώς του, βρίσκεται στον πυρήνα του σκοπού του δικαιώματος σιωπής, όπως το δικαίωμα αυτό εξετάστηκε από το ΕΔΔΑ. Επομένως, το εξεταζόμενο δικαίωμα γίνεται αντιληπτό από το δικαστήριο αυτό ως συστατικό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όπως ορθώς παρατήρησε ο δικαστής S. K Martens στη συνημμένη στην απόφαση Saunders κατά Ηνωμένου Βασιλείου μειοψηφούσα γνώμη του, στην οποία διευκρινίζεται ότι το ΕΔΔΑ φαίνεται να ακολούθησε την άποψη ότι «ο σεβασμός της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας του ανθρώπου επιτάσσει κάθε ύποπτος να είναι απολύτως ελεύθερος να αποφασίζει για τη στάση που θα τηρήσει ως προς τις εναντίον του κατηγορίες».

III ΕΚΤΑΣΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Στην απόφαση Consob οριοθετείται με σαφήνεια η εμβέλεια προστασίας του δικαιώματος σιωπής. Συγκεκριμένα, προσβολή του nemo tenetur se detegere υφίσταται, ιδίως, στην περίπτωση υπόπτου ο οποίος, απειλούμενος ότι θα του επιβληθούν ποινές εάν δεν καταθέσει, είτε καταθέτει είτε τιμωρείται επειδή αρνείται να το πράξει. Προς επίρρωση των ανωτέρω, αναφορά γίνεται στην απόφαση του ΕΔΔΑ της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, Ibrahim *κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου. Η έκταση του δικαιώματος της σιωπής εξειδικεύεται όμως περαιτέρω.[12] Δίδεται έμφαση στο ότι πέρα από τις ομολογίες παρανομιών και δηλώσεις που συνιστούν την άμεση πτυχή παραβίασης, η τελευταία καλύπτει και πληροφορίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μεταγενέστερα.[13] Ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζεται ο νεωτερισμός στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς την έκταση της προστασίας του δικαιώματος. Ο ενωσιακός δικαστής κάνει ένα βήμα παραπέρα και χαράσσει μια ευδιάκριτη γραμμή σχετικά με το τι βρίσκεται εκτός των ορίων κατοχύρωσης. Αποσαφηνίζει έτσι ότι δεν μπορεί να δικαιολογηθούν ολική άρνηση συνεργασίας και παρελκυστικές μεθοδεύσεις με σκοπό την αναβολή της διεξαγωγής της ακρόασης.

Ζήτημα προκύπτει αναφορικά με το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ καθώς το γράμμα της διάταξης προβλέπει ότι το ποινικό σκέλος της διατάξεως αυτής έχει εφαρμογή κάθε φορά που υφίσταται «κατηγορία ποινικής φύσεως». Η ανωτέρω διατύπωση έχει υπάρξει αντικείμενο ευρείας ερμηνείας. Έχει καθιερωθεί ότι η διάταξη αφορά και τις διαδικασίες οι οποίες, μολονότι χαρακτηρίζονται από τον νομοθέτη ως διοικητικές, φορολογικές ή πειθαρχικές, εντούτοις έχουν κατ’ ουσίαν ποινικό χαρακτήρα. Την εν λόγω διασταλτική ερμηνεία υιοθέτησε για πρώτη φορά το ΕΔΔΑ με την απόφαση της 8ης Ιουνίου 1976, Engel κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών. Πολύ αργότερα, το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου αναγνώρισε αυτήν την επέκταση του πεδίου εφαρμογής στην απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, Bonda.

Ακολούθως, το ΔΕΕ οικοδομεί το συλλογισμό του διακρίνοντας δύο περιπτώσεις ανάλογα με την ύπαρξη ή μη ποινικού χαρακτήρα στις διοικητικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν από την ιταλική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Το ίδιο το Δικαστήριο στην απόφαση της 20ής Μαρτίου 2018, Di Puma και Zecca, είχε αναγνωρίσει τον ποινικό χαρακτήρα των διοικητικών κυρώσεων που προβλέπονται στην ιταλική έννομη τάξη για τα αδικήματα κατάχρησης προνομιακών πληροφοριών. Σύμφωνα με την απόφαση της 20ής Μαρτίου 2018, Garlsson Real Estate, τρία κριτήρια είναι κρίσιμα για την εκτίμηση του εν λόγω χαρακτήρα. Το πρώτο κριτήριο είναι ο νομικός χαρακτηρισμός της παράβασης κατά το εθνικό δίκαιο, το δεύτερο αφορά την ίδια τη φύση της παράβασης και το τρίτο σχετίζεται με τον βαθμό αυστηρότητας της κύρωσης η οποία ενδέχεται να επιβληθεί στο συγκεκριμένο πρόσωπο. Ας υπομνησθεί στο σημείο αυτό, ότι ο Γενικός Εισαγγελέας Pikamäe τονίζει ότι κατ’ αρχήν, το δεύτερο και το τρίτο κριτήριο είναι εναλλάξιμα. Ωστόσο, επισημαίνει, αναφερόμενος και στην απόφαση του ΕΔΔΑ της 23ης Νοεμβρίου 2006, Jussila κατά Φινλανδίας, ότι μπορεί να γίνει σωρευτική εκτίμησή τους στην περίπτωση κατά την οποία η μεμονωμένη εξέταση ενός εκάστου εξ αυτών των κριτηρίων δεν οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα ως προς την ύπαρξη κατηγορίας ποινικής φύσεως.

Το Δικαστήριο προσεγγίζει και την περίπτωση που, κατά την κρίση του εθνικού δικαστηρίου, οι κυρώσεις της Consob δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα. Το μεταγενέστερο ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθούν αποδεικτικά στοιχεία στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά του προσώπου, προκειμένου να αποδειχθεί η τέλεση αξιόποινης πράξης, αρκεί ώστε ο σεβασμός του δικαιώματος σιωπής να απαιτείται και στο πλαίσιο διαδικασίας διοικητικής έρευνας, κατά την οποία συλλέγονται τα ανωτέρω αποδειχτικά στοιχεία. Αυτό θυμίζει την υπόθεση του ΕΔΔΑ Saunders κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου κρίθηκε ότι οι δηλώσεις που λήφθησαν σε διοικητικές διαδικασίες δεν μπορούσαν αργότερα να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία σε ποινικές διαδικασίες για να στηρίξουν την καταδίκη του ύποπτου ατόμου, καθώς αυτό θα παραβίαζε το δικαίωμα μη αυτοενοχοποίησης. Άρα, στο σημείο αυτό το εξεταζόμενο δικαίωμα τοποθετείται στο χώρο των καθαρά διοικητικών διαδικασιών με πιθανό αντίκτυπο σε ποινική διαδικασία κατά του ίδιου υποκειμένου.

IV ΚΑΙ Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ?

Το Δικαστήριο δεν παραλείπει να αναφερθεί και στο νομικό πλέγμα των κανόνων του δικαίου του ανταγωνισμού. Στη νομολογία του έχει ασχοληθεί με το δικαίωμα της σιωπής στον τομέα του ανταγωνισμού, interalia στην κομβική απόφαση Orkem τοποθετώντας στο φακό εστίασης αποκλειστικά τα νομικά πρόσωπα. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, στο πλαίσιο διαδικασίας για τη διαπίστωση παράβασης των κανόνων αυτών, η οικεία επιχείρηση μπορεί να υποχρεωθεί να παράσχει όλα τα αναγκαία πληροφοριακά στοιχεία ως προς τα πραγματικά περιστατικά που ενδεχομένως γνωρίζει και, εν ανάγκη, να κοινοποιήσει τα σχετικά έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της, ακόμη και αν αυτά μπορούν να χρησιμεύσουν για να αποδειχθεί, ενδεχομένως και εις βάρος της, η ύπαρξη συμπεριφοράς αντίθετης προς τον ανταγωνισμό.

Υπογραμμίζεται ότι η αναφερθείσα νομολογία αφενός δεν συνεπάγεται υποχρέωση παροχής απαντήσεων οι οποίες θα οδηγούσαν στην αποδοχή της ύπαρξης μιας τέτοιας παράβασης, αφετέρου δεν εφαρμόζεται αναλογικά σε φυσικά πρόσωπα. Ειδικότερα, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στην απόφαση Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, η προστασία που διασφαλίζεται από το δικαίωμα αυτό συνεπάγεται ότι πρέπει να εξακριβώνεται εάν η απάντηση της επιχειρήσεως που είναι αποδέκτης των εν λόγω ερωτήσεων ισοδυναμεί επί της ουσίας με ομολογία παραβάσεως. Περαιτέρω, οι επιχειρήσεις και οι ενώσεις επιχειρήσεων είναι τα μόνα υποκείμενα του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης. Προς αυτή την κατεύθυνση, όπως επεσήμανε ο Γενικός Εισαγγελέας Geelhoed στην υπόθεση Επιτροπή κατά SGL Carbon**, τα υποκείμενα αυτά είναι οι μόνες οντότητες στις οποίες η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει πρόστιμα για παράβαση των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ. Είναι η πρώτη φορά που το Δικαστήριο με σαφήνεια τοποθετείται υπέρ της μη αναλογικής εφαρμογής της εν λόγω νομολογίας σε πρόσωπα άλλα από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων.

V ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΓΩΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Το επόμενο και τελευταίο σκέλος της ανάπτυξης του συλλογισμού του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου αφορά στο κύρος του παράγωγου στην υπό κρίση περίπτωση δικαίου, σε σχέση με τις εγγυήσεις που διασφαλίζει το πρωτογενές. Συγκεκριμένα, η Οδηγία 2003/6 και ο Κανονισμός 596/2014, ratioτων οποίων είναι η καταπολέμηση των καταχρήσεων αγοράς, πρέπει να εξεταστούν λαμβανομένων υπόψη των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη. Γενική ερμηνευτική αρχή υπαγορεύει ότι οι πράξεις του παράγωγου δικαίου της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύονται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μη θίγεται το κύρος τους και να συνάδουν με το σύνολο του πρωτογενούς δικαίου και δη με τις διατάξεις του Χάρτη. Ως εκ τούτου, όταν οι εν λόγω πράξεις επιδέχονται περισσότερες από μία ερμηνείες, πρέπει να προτιμάται η ερμηνεία που τις καθιστά σύμφωνες με το πρωτογενές δίκαιο και όχι εκείνη η οποία θα συνεπαγόταν το ασυμβίβαστό τους με αυτό. Το Δικαστήριο για να ενισχύσει την επιχειρηματολογία του παραθέτει την προγενέστερη απόφαση της 14ης Μαΐου 2019, M. κ.λπ. περίπτωση αφορούσα την ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα.

Στην απόφαση Consob**, το ΔΕΕ προβαίνει σε μια γραμματική ερμηνεία του παράγωγου δικαίου για να διαπιστώσει ότι δεν αποκλείεται ρητώς το ενδεχόμενο εφαρμογής της υποχρέωσης που επιβάλλεται στα κράτη μέλη να καθορίζουν κυρώσεις σε περίπτωση άρνησης απάντησης. Ωστόσο, ο μη ρητός αποκλεισμός επιβολής κύρωσης δεν μπορεί να εμποδίσει την ερμηνεία των διατάξεων με τρόπο σύμφωνο στις εγγυήσεις των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη. Τα κράτη μέλη όταν κινούνται στο φάσμα της δικής τους εξουσίας εκτίμησης πρέπει πάντα να έχουν ως γνώμονα τα θεμελιώδη δικαιώματα. Έτσι, το προβάδισμα παίρνει η ερμηνεία του παράγωγου δικαίου σύμφωνα με την οποία η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις σε φυσικό πρόσωπο λόγω της άρνησής του να της παράσχει απαντήσεις από τις οποίες ενδέχεται να προκύψει η ευθύνη του για παράβαση που τιμωρείται με διοικητικές κυρώσεις ποινικού χαρακτήρα ή η ποινική ευθύνη του. Σε αντίθεση με την επίσης πρόσφατη απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2021, IR, στην οποία το Δικαστήριο ακολούθησε συσταλτική ερμηνεία εφαρμογής των δικαιωμάτων της δίκαιης δίκης, στην προκείμενη περίπτωση ο Χάρτης και τα θεμελιώδη δικαιώματα πριμοδοτούνται.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι ο Γενικός Εισαγγελέας Pikamäe αξιοποιεί τις μεθόδους της συστηματικής ερμηνείας και της ερμηνείας βάσει του ιστορικού θεσπίσεως των επίμαχων διατάξεων. Ως προς τη συστημική ερμηνεία τονίζει ότι στο επίκεντρο της βούλησης του νομοθέτη της Ένωσης ήταν η ευρεία εξουσία εκτιμήσεως των κρατών μελών. Ειδικότερα, όχι μόνο δεν προβλέπεται ρητώς η υποχρέωση να θεσπίσουν, εκτός από ενδεχόμενες ποινικές κυρώσεις, διοικητικές κυρώσεις ποινικού χαρακτήρα, αλλά έχουν μάλιστα το δικαίωμα να επιλέξουν να επιβάλλουν απλώς «κατάλληλα διοικητικά μέτρα» αντί των διοικητικών κυρώσεων αυτών καθαυτών.Από την άλλη, ερειδόμενος στην ερμηνεία βάσει του ιστορικού θεσπίσεως, ο Γενικός Εισαγγελέας επισημαίνει ότι η Οδηγία και ο Κανονισμός απέβλεπαν απλώς στην ελάχιστη εναρμόνιση των εθνικών συστημάτων κυρώσεων. Κατά τη γνώμη του, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν μερίμνησε να διευκρινίσει ότι οι εν λόγω κυρώσεις δεν μπορούν να εφαρμοστούν στα πρόσωπα τα οποία, στο πλαίσιο έρευνας για παράβαση που τιμωρείται με τέτοιες κυρώσεις, αρνούνται να απαντήσουν στις ερωτήσεις της εποπτικής αρχής. Όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο με τις γραπτές παρατηρήσεις του, το γεγονός ότι τόσο το άρθρο 14, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2003/6 όσο και το άρθρο 30, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού 596/2014 είναι διατυπωμένα κατά τρόπο γενικό και ανεπιφύλακτο, δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να θεσπιστούν διά της ερμηνείας εξαιρέσεις που συνδέονται με τον σεβασμό θεμελιώδους δικαιώματος.

 

VI ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ

Η απόφαση Consob μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόφαση-σταθμός δεδομένου ότι για πρώτη φορά στη μετά τη Λισαβόνα εποχή το ΔΕΕ νομολογεί σχετικά με το δικαίωμα στη σιωπή των φυσικών προσώπων σε διοικητικές κυρώσεις ποινικού χαρακτήρα. Σημαντική είναι η παρατήρηση ότι ΔΕΕ και ΕΔΔΑ μέχρι στιγμής υιοθέτησαν μια τέλεια ισορροπία μεταξύ τους και συμπλέουν στη νομολογία τους ως προς το nemo tenetur se detegere. Μένει να δούμε το αντίκτυπο της επέκτασης αυτής της εμβέλειας προστασίας και σε άλλες σχετικές διαδικασίες που μπορούν να χαρακτηριστούν ως ποινικού χαρακτήρα.


Μεταφορτώστε το πλήρες κείμενο εδώ


Ο ενωσιακός δικαστής κάνει ένα βήμα παραπέρα και χαράσσει μια ευδιάκριτη γραμμή σχετικά με το τι βρίσκεται εκτός των ορίων κατοχύρωσης. Αποσαφηνίζει έτσι ότι δεν μπορεί να δικαιολογηθούν ολική άρνηση συνεργασίας και παρελκυστικές μεθοδεύσεις με σκοπό την αναβολή της διεξαγωγής της ακρόασης



Source/ Author: Ευανθία – Μαρία Τριχάκη

LATEST POSTS




ethemis map

Προκηρύξεις/ Αγγελίες

Προκηρύξεις, Διαγωνισμοί και Αγγελίες για δικηγόρους, ασκούμενους & νομικούς.

View more
newsroom

ΝΟΜΚΑ ΝΕΑ/      ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

NewsRoom, Νομικά Νέα

View more
ethemis case law

Noμολογία

Σημαντικές δικαστικές αποφάσεις, ιδίως των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας

View more
ethemis case law

Noμοθεσία

Οι νόμοι που έχουν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως

View more
ethemis legal studies

Εκπαιδευτικά           Προγράμματα

Για νομικούς & δικηγόρους από εκπαιδευτικούς φορείς στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

View more
ethemis.gr

EΚΔΗΛΩΣΕΙΣ            ΦΟΡΕΩΝ

Εκδηλώσεις Nομικού Eνδιαφέροντος από ποικίλους θεσμικούς Φορείς

View more
ethemis international news

Διεθνή                      Νέα

Διεθνή Νομικά Νέα και Αρθρογραφία, Νομολογία ΕΔΔΑ και αποφάσεις Διεθνών Δικαστηρίων

View more
ethemis map

Δελτία            Τύπου

Ανακοινώσεις ΔΣΑ, δικαστικών ενώσεων, ανεξάρτητων αρχών, θεσμικών φορέων.

View more
ethemis

Συντακτική            Ομάδα

Η Επιστημονική Ομάδα του Ethemis.gr

View more
ethemis.gr

ΣΥΝΕΔΡΙΑ             ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ             e-ΘΕΜΙΣ

Ο Κατάλογος Συνεδρίων και Εκδηλώσεων που έχει διοργανώσει η Ένωση Ελλήνων Νομικών

View more

newsroom