Μελέτη του Αντώνη Μανιάτη, Δικηγόρου, «Παγκόσμια βιοηθική και βιοδίκαιο»

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ / January 11, 2021: Τρέχουσα Νομική Επικαιρότητα NewsRoom

NewsRoom eΘέμις


ethemis

Μελέτη του Αντώνη Μανιάτη, Δικηγόρου, «Παγκόσμια βιοηθική και βιοδίκαιο»

Μελέτη του Αντώνη Μανιάτη, Δικηγόρου, «Παγκόσμια βιοηθική και βιοδίκαιο»

 

Παγκόσμια βιοηθική και βιοδίκαιο

Αντώνιος Μανιάτης

Επίκουρος Καθηγητής (εκλεγμένος) Α.Ε.Ν. Μακεδονίας, Δικηγόρος

 

Περίληψη

Η βιοηθική αποτελεί ένα ταχέως εξελισσόμενο πεδίο του επιστητού, με ιδιαίτερα σημαντική τη συμβολή της ακαδημαϊκής κοινότητας, απότοκος της οποίας υπήρξαν  και οι τέσσερις γενικώς παραδεδεγμένες βασικές της αρχές, οι οποίες συνίστανται στην αυτονομία του ατόμου, στην αγαθοεργία και στην αποτροπή βλάβης καθώς και στη δικαιοσύνη. Παράλληλα άρχισε να παράγεται και η ειδική νομοθεσία για διάφορα ζητήματα βιοηθικής, η οποία δηλώνεται με το νεολογισμό «βιοδίκαιο». Εξάλλου, η παγκόσμια βιοηθική προάγεται ιδιαίτερα από τα σχετικά νομικά εργαλεία, ακόμη και του ήπιου βιοδικαίου, όπως είναι η επιτυχής περίπτωση της Οικουμενικής Διακήρυξης για τη Βιοηθική και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Με βάση αυτή, η ελληνική Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής θα μπορούσε να μετεξελιχθεί σε  μία αντιπροσωπευτική της κοινωνίας, ανεξάρτητη διοικητική αρχή, ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη της τρέχουσας κρίσης της πανδημίας, δηλαδή βασικά όπως ήταν η Εθνική Αρχή Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής πριν την αλλαγή που επήλθε αρχικά με το Ν. 4558/2018 και διευρύνθηκε με το Ν. 4737/2020.    

 

Λέξεις – κλειδιά

βιοδίκαιο, Εθνική Αρχή Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής, παγκόσμια βιοηθική, πανδημία  

 

Εισαγωγή

  Η βιοηθική αποτελεί ένα γρήγορα εξελισσόμενο πεδίο του επιστητού ενώ έχει  αναδειχθεί και η  σύστοιχη φιγούρα του ειδικού της βιοηθικής (bioethicist). Αυτός  ο ηθικολόγος, ο οποίος εμπλέκεται σε παροχή συμβουλών σε θέματα βιοηθικής, ενδέχεται να είναι μέλος του ακαδημαϊκού χώρου αλλά μπορεί, ιδιαίτερα στις Η.Π.Α., να παίζει το ρόλο του ιδιώτη συμβούλου. Θα ήταν ενδιαφέρον να γίνει προσέγγιση του φαινομένου της παγκόσμιας βιοηθικής, η οποία αποτελεί μία ιδιαίτερη θεματική περιοχή στο πλαίσιο της βιοηθικής, και του βιοδικαίου.

 

Ι. Εννοιολογική προσέγγιση της παγκόσμιας βιοηθικής       

  Ο όρος «παγκόσμια βιοηθική» αποτελεί απόδοση του αγγλικού όρου «global bioethics». Πρόκειται για μία ορολογία η οποία εμφανίστηκε άτυπα και βρίσκεται σε χρήση περίπου εδώ και δύο δεκαετίες.  

  Κάποιοι προσεγγίζουν αυτόν τον όρο ως μία πρόσκληση να γίνουν παγκόσμια τα ζητήματα που απασχολούν τη βιοηθική, όπως λόγου χάρη θέματα σχετικά με τις φτωχές χώρες, τη δημόσια υγεία ή την παγκόσμια δικαιοσύνη και την ευθυδικία[1]. Για άλλους, αυτός αποτελεί μία αναφορά σχετικά με τον ορθό τρόπο με τον οποίο πραγματώνεται η βιοηθική, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει ένα παγκόσμιο σύνολο θεμελιωδών αρχών. Για μία  τρίτη ομάδα μελετητών, το γεγονός ότι η βιοηθική έχει γίνει ένα παγκόσμιο πεδίο έρευνας αποτελεί μία δήλωση τελικού επιτεύγματος.

  Επομένως, είναι προφανές ότι δεν υπάρχει μία ενιαία και ομόφωνη προσέγγιση αυτού του νεολογισμού. Αν αναλογιστεί κανείς την ευρύτερη  ιστορία της βιοηθικής, μπορεί να διαπιστώσει ότι και σε αυτό το γενικότερο και παλαιότερο πεδίο δεν λείπουν οι διαφωνίες, ακόμη και στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής κοινότητας. Για παράδειγμα, υφίσταται ένας μακρόχρονος διάλογος ο οποίος επικεντρώνεται στο ζήτημα αν οι αρχές και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν οι Αμερικανοί ειδικοί της βιοηθικής είναι ίδιες με εκείνες των Ευρωπαίων, των Ασιατών και των Αφρικανών ομολόγων τους. Λόγου χάρη, υπάρχει εκτεταμένη βιβλιογραφική παραγωγή η οποία εξετάζει το ζήτημα αν οι τέσσερις αρχές που πρότειναν οι μελετητές Tom Beauchamp και James Childress, στις διαδοχικές εκδόσεις του γενικού θεωρητικού έργου για τη βιοηθική «Αρχές της Βιοϊατρικής Ηθικής»[2], αρχής γενομένης από την πρώτη έκδοση του 1979, είναι αποδεκτές παγκοσμίως ή όχι[3]. Πρόκειται για το βασικό τετράπτυχο της αυτονομίας (autonomy) του ατόμου, τις δίδυμες και συμπληρωματικές αρχές της αγαθοεργίας (beneficence) και της αποτροπής πρόκλησης βλάβης (non-maleficence) καθώς και της δικαιοσύνης (justice).

  Συνεπώς, η συζήτηση για το ειδικό και σχετικά πρόσφατο ζήτημα αν υπάρχει μία παγκόσμια βιοηθική, όχι απλώς μοιάζει με το προηγούμενο των έντονων αμφισβητήσεων για το περιεχόμενο της βιοηθικής αλλά επί της ουσίας συνδέεται με αυτήν την παραδοσιακή συζήτηση. Επισημαίνεται ότι ο όρος «παγκόσμια βιοηθική», κατά την επικρατούσα θεώρηση, σημαίνει μία οικουμενική βιοηθική που  περιλαμβάνει  κοινές ηθικές αρχές και αξίες και αποσκοπεί στην από κοινού ηθική  αξιολόγηση των  βιοηθικών ζητημάτων και  πολιτική τους διευθέτηση.

 

II. Πτυχές της αμφισβήτησης της ύπαρξης μίας παγκόσμιας βιοηθικής

   Σύμφωνα με μία προσέγγιση, δεν έχει προκύψει κανένα ενοποιημένο, παγκόσμιο πεδίο έρευνας (με την κοινωνιολογική  έννοια του όρου) για τη βιοηθική και οι ειδικοί αυτού του κλάδου σε διάφορες γεωγραφικές περιοχές διαφέρουν ως προς τον τρόπο που τον προσεγγίζουν και τον εξασκούν[4]. Στο πεδίο των ειδικών της βιοηθικής στις αγγλόφωνες χώρες εντοπίστηκαν αποκλίσεις γεωγραφικού χαρακτήρα ή σχετικές με την ερμηνεία των δεδομένων από κάθε ενδιαφερόμενο και επίσης αποκλίσεις ανάμεσα στα δεδομένα των επίσημων αρχών (π.χ. των επιτροπών βιοηθικής) και των ακαδημαϊκών δεδομένων για τη βιοηθική, στο Διαδίκτυο. Υποστηρίζεται η άποψη ότι αυτό το φαινόμενο της έλλειψης σύνδεσης μεταξύ των ερευνητών δεν μπορεί να αποδοθεί απλώς σε διανοητική στενότητα, ειδικά βασισμένη σε ένα τοπικό επίπεδο (parochialism). Στην πράξη, παρατηρείται ότι η βιοηθική ενυπάρχει σε πολλές, όχι πάντοτε αμοιβαία κατανοητές, διαλέκτους.

     ‘Ενας από τους αμφισβητίες της θεωρίας για την παγκόσμια βιοηθική, υπήρξε και ο Tristram Engelhardt, ο οποίος ήταν ρωμαιοκαθολικός που ασπάστηκε το  ορθόδοξο δόγμα. Από αυτό το σημείο και μετά, εστίασε μεγάλο μέρος του ακαδημαϊκού  του έργου στη χριστιανική βιοηθική, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ορθόδοξη χριστιανική βιοηθική. Αυτή η εξέχουσα μορφή θεωρητικού για πολλές δεκαετίες υπεστήριξε ότι η άποψη ότι υπάρχει κάποια παγκόσμια, κοινώς αποδεκτή ηθική, είναι αβάσιμη.

   Η ελπίδα να διασφαλιστεί μια κοινή ηθική και να εφαρμοστεί αυτή στη βιοηθική για την επίλυση των διαφορών κείται στη σφαίρα της φαντασίας, κατά τον Engelhardt και πολλούς άλλους[5]. Οι φερόμενες ως ουδέτερες κοσμικές (μη θρησκευτικού χαρακτήρα) λογικές βασίζονται σε ηθικά προαπαιτούμενα βασισμένα σε ιδιαίτερες κοσμοθεωρίες, οι οποίες περιλαμβάνουν απόψεις που απαιτούν κανείς να απορρίψει ρητά άλλες ηθικές απόψεις, να αποδεχθεί ιδιαίτερες εννοιολογικές συλλήψεις για το αγαθό, ή να αναγνωρίσει την ανωτερότητα κάποιων τρόπων ζωής.

  Εξάλλου, επισημαίνεται ότι οι ισχυρισμοί για μία παγκόσμια βιοηθική  είναι αρκετά ανέφικτοι δεδομένου ότι υπάρχει ένα παρελθόν δυόμισι και πλέον χιλιάδων ετών ασυμφωνίας μεταξύ των φιλοσόφων[6].  

 

ΙII. Η Οικουμενική Διακήρυξη για τη Βιοηθική και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα 

   Παρά το γεγονός ότι οι μελέτες που αμφισβητούν την ύπαρξη μίας παγκόσμιας βιοηθικής δεν στερούνται πληθώρας επιχειρημάτων, η τάση που εντοπίζεται είναι να μην λαμβάνεται υπόψη, τουλάχιστον ρητά, η εξέλιξη που έχει συμβεί με τη θέσπιση της Οικουμενικής Διακήρυξης για τη Βιοηθική και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Ωστόσο, το ίδιο το ζήτημα της νομικής φύσης αυτού του κειμένου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ένα από τα επιχειρήματα των αμφισβητιών.

  Συγκεκριμένα, από τη μια πλευρά, αυτό το κείμενο υιοθετήθηκε, και μάλιστα ομόφωνα, από τη Γενική Διάσκεψη της ΟΥΝΕΣΚΟ στις 19 Οκτωβρίου 2005, πράγμα που σημαίνει ότι 191 κράτη δέσμευσαν τους εαυτούς τους να σεβαστούν τις θεμελιώδεις αρχές της βιοηθικής, οι οποίες διατυπώθηκαν σε ένα ενιαίο κείμενο. Μαζί με τη Διακήρυξη, το όργανο αυτό υιοθέτησε και ένα ψήφισμα με το οποίο ζητεί από τα κράτη μέλη να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να εφαρμοστούν οι αρχές που διατυπώνονται σε αυτή.

   Από την άλλη, η Διακήρυξη δεν είναι πηγή του Διεθνούς Δικαίου, όπως θα ήταν μία διεθνής συνθήκη, αλλά κάτι υποδεέστερο. Συνιστά ένα τυπικό  παράδειγμα «ήπιου δικαίου» (soft law), παρουσιάζοντας το πλεονέκτημα ότι έχει μία παγκόσμια εμβέλεια, σε αντίθεση με την πρώτη περίπτωση νομοθετικού κειμένου του Διεθνούς Δικαίου, η οποία έχει περιφερειακό, ευρωπαϊκό πεδίο εφαρμογής. Πρόκειται για τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης  για την προστασία των  Δικαιωμάτων  του Ανθρώπου και της Αξιοπρέπειας του ατόμου σε  σχέση  με τις εφαρμογές της Βιολογίας και της Ιατρικής, γνωστή ως σύμβαση του Οβιέδο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και τη Βιοϊατρική, η οποία υπογράφηκε το 1997, κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2619/1998 και τέθηκε σε ισχύ το 1999. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι πολλά από τα κράτη μέλη αυτού του οργανισμού δεν μετέχουν στη σύμβαση, ακόμη. Δεδομένης της έλλειψης μίας κοινής και δεσμευτικής θέσεως, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι εθνικοί νόμοι ρυθμίζουν αυτά τα κρίσιμα ζητήματα κατά διαφορετικό τρόπο. Ως το πιο αντιλεγόμενο ζήτημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, τουλάχιστον όσον αφορά την οριακή μέθοδο της παρένθετης μητρότητας. Είναι ενδεικτικό της δυστοκίας στη νομοθετική υιοθέτηση κοινών ρυθμίσεων από τις διάφορες χώρες ότι το Συμβούλιο της Ευρώπης είχε αποτύχει ακόμη και στην έκδοση μίας (εξ ορισμού μη νομικά δεσμευτικής) «σύστασης» για την ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή[7]. Η συζήτηση για τη σύσταση δεν απέδωσε, λόγω των μεγάλων αποκλίσεων μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με τις εφαρμοστέες αρχές[8].  Ωστόσο, στο σχέδιο συστάσεως και στο σχετικό Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του 1989 σχετικά με την τεχνητή γονιμοποίηση in vivo και in vitro προτρέπεται ο εθνικός νομοθέτης να λάβει εγκαίρως μέτρα για να επιτρέπεται η προσφυγή στις μεθόδους αυτές βάσει των γενικών αρχών προστασίας των  θεμελιωδών δικαιωμάτων.     

   Τα εργαλεία του ήπιου δικαίου παρουσιάζουν το πλεονέκτημα ότι επιτρέπουν στις χώρες να εξοικειωθούν βαθμιαία με τις προτεινόμενες διεθνείς προδιαγραφές, πριν να αντιμετωπίσουν το ζήτημα  της θέσπισης κανόνων δικαίου ή να επιδοθούν στην ανάπτυξη ενός δεσμευτικού εργαλείου, όπως είναι μία διεθνής σύμβαση[9]. Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι  αν οι ίδιες μη δεσμευτικές προδιαγραφές επιβεβαιώνονται σε διαδοχικές διακηρύξεις, στο πέρασμα του χρόνου μπορεί να εξελιχθούν σε δεσμευτικούς κανόνες, με τη μορφή εθιμικού δικαίου ή νομολογιακών κριτηρίων, όπως συνέβη με την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, της 10ης Δεκεμβρίου 1948.

  Με αυτό το εμβληματικό κείμενο στην ιστορία της αναγνώρισης των θεμελιωδών  δικαιωμάτων αρχίζει η Οικουμενική Διακήρυξη για τη Βιοηθική και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα την αναφορά της σε πολλά, σχετικά με το θέμα της, νομικά εργαλεία, όπως είναι και η Σύμβαση του Οβιέδο. Στο τμήμα ΙΙ του κυρίως κειμένου θέτει  σπουδαίες ουσιαστικού περιεχομένου αρχές, σχετικές με τη βιοηθική. Ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει τις τέσσερις προαναφερθείσες κλασικές αρχές που είχαν ήδη αναδειχθεί από τη θεωρία, και πολλές άλλες. Ειδικότερα, προβλέπονται οι εξής αρχές:

  • ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στα ανθρώπινα δικαιώματα (άρθρο 3 παρ. 1),
  • η προτεραιότητα των συμφερόντων και της ευημερίας του ατόμου έναντι μόνου του συμφέροντος  της επιστήμης ή της κοινωνίας (άρθρο 3 παρ. 2),
  • η μεγιστοποίηση του οφέλους και η ελαχιστοποίηση της βλάβης στους ασθενείς, στους ερευνητές και σε άλλα επηρεαζόμενα άτομα, δηλαδή οι αρχές της αγαθοεργίας και της μη πρόκλησης βλάβης αντίστοιχα (άρθρο 4),
  • η αυτονομία του προσώπου και η ατομική του ευθύνη (άρθρο 5),
  • η συναίνεση του προσώπου, βασισμένη σε επαρκή ενημέρωση (άρθρο 6),
  • η προστασία των προσώπων που αδυνατούν να εκφράσουν τη συναίνεσή τους (άρθρο 7),
  • ο σεβασμός του ευάλωτου του ανθρώπου και της προσωπικής του ακεραιότητας  (άρθρο 8),
  • ο σεβασμός της ιδιωτικής ζωής και της εμπιστευτικότητας πληροφοριών (άρθρο 9),
  • η ισότητα, η δικαιοσύνη και η ευθυδικία (άρθρο 10),
  • η μη διάκριση και ο μη στιγματισμός σε βάρος οποιουδήποτε ατόμου ή ομάδας (άρθρο 11),
  • ο σεβασμός της πολιτισμικής ποικιλίας και του πλουραλισμού (άρθρο 12),
  • η αλληλεγγύη ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα και η διεθνής συνεργασία (άρθρο 13),
  • η προώθηση της υγείας και της κοινωνικής ανάπτυξης προς όφελος των λαών  (άρθρο 14) και ιδιαίτερα η πρόσβαση σε ποιοτική φροντίδα για την υγεία και στα απαραίτητα φάρμακα (άρθρο 14 παρ. 2),
  • η συμμετοχή στα οφέλη από κάθε επιστημονική έρευνα και τις εφαρμογές  της (άρθρο 15), 
  • η προστασία των μελλοντικών γενεών από τον αντίκτυπο των επιστημών της ζωής (άρθρο 16),
  • η προστασία του περιβάλλοντος, της βιόσφαιρας και της βιοποικιλότητας (άρθρο 17).       

  Η λίστα αυτή συμπληρώνεται από μία  άλλη, στο τμήμα ΙΙΙ, το οποίο είναι αφιερωμένο σε αρχές που έχουν έναν περισσότερο διαδικαστικό χαρακτήρα,  όπως οι ακόλουθες:

  • Η απαίτηση για επαγγελματισμό, ακεραιότητα και διαφάνεια στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων σχετικά με βιοηθικά θέματα (άρθρο 18),  
  • Η ίδρυση, η προώθηση και η υποστήριξη στο κατάλληλο επίπεδο  ανεξάρτητων, πολυεπιστημονικών και πολυφωνικών επιτροπών ηθικής (άρθρο 19),
  • Η αξιολόγηση και η διαχείριση των σχετικών με την ιατρική, τις επιστήμες της ζωής και τις συναφείς τεχνολογίες κινδύνων (άρθρο 20),
  • Ο ηθικός έλεγχος της διεθνικής έρευνας στην υπόθεση της υγείας και η καταπολέμηση της βιοτρομοκρατίας και της αθέμιτης διακίνησης οργάνων, ιστών δειγμάτων, γενετικών πόρων και γενετικού υλικού (άρθρο 21).  

  Το τμήμα ΙΙΙ παρά το  σχετικά μικρό αριθμό των άρθρων του και τον παρεπόμενο χαρακτήρα του έναντι του προηγούμενου τμήματος, όπως φαίνεται και από τον τίτλο του «Εφαρμογή των αρχών», αποτελεί ένα σπουδαίο μέρος της Διακήρυξης, ήδη λόγω της θεματικής του. Ενδεικτικά επισημαίνεται ότι το  άρθρο 19 ταυτόχρονα ενθαρρύνει την ίδρυση ειδικών για την ηθική,  συλλογικών οργάνων, ανεξαρτήτως της ονομασίας τους, και εισάγει ένα θεσμικό πλαίσιο για αυτά. Επομένως, δεν γίνεται λόγος στενά για τις εθνικές επιτροπές βιοηθικής αλλά για επιτροπές ηθικής, όπως είναι μεταξύ άλλων οι αρμόδιες είτε για τη βιοηθική γενικά είτε για ειδικές πτυχές της βιοηθικής, όπως η σχετική με την ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή.

  Καθιερώνεται η αρχή της ανεξαρτησίας αυτών των «επιτροπών» («committees»), αλλά με ελαφρώς αόριστο τρόπο. Δεν γίνεται ρητή αναφορά στη θεμελιώδη «αρχή της ανεξαρτησίας» (principle of independence) ούτε σε «ανεξάρτητη αρχή» (independent authority) όσον αφορά το πρωταρχικό ζήτημα της νομικής φύσης ενός οργάνου αυτής της κατηγορίας, το οποίο επομένως δεν προβλέπεται οπωσδήποτε να αποτελεί μία δημόσια «αρχή» (authority), δηλαδή οργανική οντότητα προικισμένη και με διοικητική αυτοτέλεια και με δημοσιονομική αυτοτέλεια. Διευκρινίζεται ότι δεν δίνεται ορισμός της ανεξαρτησίας ούτε στο εξηγητικό υπόμνημα για την επεξεργασία του προκαταρκτικού σχεδίου της Διακήρυξης ούτε στο κείμενο της Διακήρυξης, όπως αυτό συμβαίνει κατά κανόνα και για πολλούς άλλους όρους που το οριστικό κείμενο χρησιμοποιεί[10].  

   Στην Ελλάδα, μία επιτροπή αυτού του είδους, η Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής,  προβλέφθηκε πολύ νωρίτερα, δυνάμει του Ν. 2667/1998, μαζί με την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. ‘Εχει  κριθεί ότι αυτό το εξειδικευμένο στα ανθρώπινα δικαιώματα όργανο με επιτελικές (μη αποφασιστικές) αρμοδιότητες γνωμοδοτικού και συμβουλευτικού, κυρίως, χαρακτήρα ανάγεται σε «δημόσια αρχή» και ότι η υπαγωγή του στον πρωθυπουργό έγινε προκειμένου ο νομοθέτης να υπογραμμίσει αφενός τη σπουδαιότητα της αποστολής του και αφετέρου την καθίδρυση ιεραρχικής σχέσεως μεταξύ προϊσταμένου και υφισταμένου οργάνου[11]. Παρόμοιες παρατηρήσεις θα μπορούσαν κατ’ αρχάς να διατυπωθούν και για την Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής, ενόψει των κοινών τους ρυθμίσεων. Πρόκειται δηλαδή για μία κρατική υπηρεσία, με απευθείας υπαγωγή στον πρωθυπουργό. Παρά το γεγονός ότι δεν είναι εξοπλισμένη με αποφασιστική εξουσία, δεν παύει να έχει ένα χαρακτήρα θεσμικής πρόσδεσης στην κυβέρνηση, πράγμα που αποκλείει τη νομική της φύση ως ανεξάρτητης διοικητικής αρχής. Είναι ενδεικτικό ότι ούτε στον ιδρυτικό νόμο, όπως τροποποιημένος ισχύει, ούτε στο σχετικό κανονισμό[12], αναφέρεται ο όρος «ανεξάρτητη αρχή» ή η παρεμφερής θεμελιώδης «αρχή της ανεξαρτησίας», ενώ η αρχή της ηθικής ανεξαρτησίας είναι  ρητά καθιερωμένη στην κείμενη νομοθεσία ακόμη και για ιδιωτικούς λειτουργούς, όπως οι τεχνικοί ασφαλείας. Συνεπώς, παρά το γεγονός ότι το όργανο αυτό μπορεί να έχει κάποια στοιχεία που να μοιάζουν με τη νομική φύση μίας αυθεντικής ανεξάρτητης αρχής, όπως λόγου χάρη η υψηλού επιπέδου τεχνοκρατική του συγκρότηση και κυρίως ότι τα μέλη δεν είναι μετακλητά αλλά υπηρετούν με θητεία και μάλιστα πενταετή, συνεπώς αρκετά μεγαλύτερη από τη συνταγματική θητεία μίας κυβέρνησης, κάτι τέτοιο θα φαινόταν προβληματικό ήδη διότι αυτά επιλέγονται από τον πρωθυπουργό. Η επιτροπή δεν έχει ούτε δημοσιονομική αυτοτέλεια ούτε κανονιστική αυτονομία, με την έννοια να θεσπίζει η ίδια  τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της. Το συγκεντρωτικό πνεύμα είναι τόσο  έντονο στο νομικό της καθεστώς που στον κανονισμό λειτουργίας  προβλέπεται ότι αυτό συνεδριάζει εκτάκτως ύστερα από αίτηση τριών τουλάχιστον μελών ενώ ο ιδρυτικός νόμος απονέμει το δικαίωμα σε δύο τουλάχιστον μέλη. Ακόμη και με τη νομοθετική μεταβολή που επήλθε το 2019, δεν έγινε κάποια προσπάθεια «αυτονόμησης» αυτού του οργάνου. Ειδικότερα, με το άρθρο 11 παρ. 1 γ’ του Ν. 4606/2019[13], απλώς επιχειρήθηκε να τονωθεί το προφίλ του ως μίας τεχνοκρατικής υπηρεσίας με «εγνωσμένου» κύρους επιστήμονες, πέρα από το γεγονός ότι προβλέφθηκε και η ύπαρξη και αναπληρωματικών μελών. Πιο συγκεκριμένα, διορθώθηκε το θεσμικό παράδοξο ότι οι τέσσερις επιστήμονες από το χώρο των θετικών επιστημών (βιολογία, γενετική, ιατρική και βιοτεχνολογία) αρκούσε να είναι επιστήμονες «κύρους» ενώ οι υπόλοιποι επιστήμονες (ανά ένας από το  δημόσιο δίκαιο ή το δημόσιο διεθνές δίκαιο, το ιδιωτικό δίκαιο, τη φιλοσοφία, την κοινωνιολογία και τη θεολογία) έπρεπε να είναι οπωσδήποτε «εγνωσμένου κύρους».

  Αν το 2019 δεν σημειώθηκε πολύ σημαντική πρόοδος στο καθεστώς αυτού του γενικού συμβουλευτικού οργάνου της Πολιτείας για τη βιοηθική, το προηγούμενο έτος γράφτηκαν οι τίτλοι τέλους για την ανεξαρτησία της Εθνικής Αρχής Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, η οποία κατά το άρθρο 19 του Ν. 3305/2005 «Εφαρμογή της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής» προβλεπόταν ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή (υπαγόμενη στον Υπουργό Υγείας).  Με το Ν. 4558/2018 η Αρχή μετατράπηκε σε «αυτοτελή διοικητική υπηρεσία»,  που υπάγεται «απευθείας» στον Υπουργό Υγείας. Σαν να μην έφθανε αυτό, μεσούσης της κρίσης της πανδημίας, με το Ν. 4737/2020[14], η Αρχή διασπάστηκε σε δύο νέα όργανα, το Εποπτικό  Συμβούλιο και την Εκτελεστική Επιτροπή. Το αποτέλεσμα ήταν, πέραν των άλλων, να παραβιαστεί η αρχή της συνέχειας στη λειτουργία των δημοσίων  υπηρεσιών δεδομένου ότι έχει διαρρεύσει ένα χρονικό διάστημα μηνών  χωρίς να λειτουργεί η Αρχή, η οποία εξακολουθεί να έχει μεταξύ άλλων αρμοδιότητες σχετικές με τη βιοηθική και να παράγει κανόνες του βιοδικαίου[15].        

 

Επίλογος

  Το συμπέρασμα που συνάγεται από την παρούσα μελέτη είναι ότι η βιοηθική αποτελεί μία επιστήμη με δυναμικά χαρακτηριστικά και ταχεία εξέλιξη. Είναι ενδεικτικό του ενδιαφέροντος και της εμπλοκής που έχει προκαλέσει στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα  ότι έχει οδηγήσει σε ένα γόνιμο διάλογο, και στη γενική της θεματική και στο ειδικότερο ζήτημα της ύπαρξης ενός ενιαίου, παγκόσμιας εμβέλειας, σχετικού πεδίου.

  Η παγκόσμια βιοηθική είναι κάτι πολύ περισσότερο από αποκύημα της φαντασίας κάποιων ρομαντικών ειδικών, αποτελεί ένα σημαντικό σύστημα θεμελιωδών αρχών και  κανόνων. Το βιοδίκαιο αποτελεί μία σημαντική παράμετρο του όλου συστήματος της βιοηθικής, και έχει προσλάβει διεθνή χαρακτήρα, με κλασικά παραδείγματα τη Σύμβαση του Οβιέδο σε περιφερειακό επίπεδο και την Οικουμενική Διακήρυξη για τη Βιοηθική και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, έστω και αν αυτή δεν έχει παρά τη μορφή ήπιου δικαίου. ‘Αλλωστε, η ίδια η σύνθετη ονομασία της Διακήρυξης υποδηλώνει ότι το κείμενο δεν αφορά μόνον τη βιοηθική αλλά και το δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτό που συνδέεται άμεσα με τη βιοηθική (βιοδίκαιο) και εκείνο που αφορά τις ευρύτερες πηγές του δικαίου (κοινό δίκαιο).

  Εξάλλου, η μη δεσμευτική φύση αυτού του εργαλείου δεν είναι επαρκής δικαιολογία για να μην ευθυγραμμίζονται τα κράτη, τουλάχιστον αυτά που το υπέγραψαν, με το σύνολο των διατάξεών του. Το νομικό καθεστώς της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής έχει  υπάρξει όχι απλώς ατελές, όπως φάνηκε από το πρόσφατο σχετικό νομοθετικό εγχείρημα, αλλά και δομικά αναχρονιστικό δεδομένου ότι το όργανο αυτό δεν είναι μία ανεξάρτητη διοικητική αρχή που να αντιπροσωπεύει διακριτά πεδία της κοινωνίας και της επιστήμης αλλά διαθέτει περιορισμένη αυτοτέλεια. Ο πρωθυπουργός επιλέγει ως επί θητεία μέλη ειδικούς διαφόρων επιστημών, που τυπικά δεν αντιπροσωπεύουν κάποια κοινωνική ομάδα, και επομένως η επιτροπή στερείται κατά τούτο (έμμεσης) λαϊκής νομιμοποίησης.

   Ωστόσο, εκτιμάται ότι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυτό το όργανο ως οιονεί ανεξάρτητη διοικητική αρχή, δεδομένου ότι διαθέτει κάποια χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν κατ’ αρχάς στο διεθνώς διαδεδομένο μοντέλο των  ανεξάρτητων αρχών, πράγμα που συμβαίνει και με άλλες κρατικές επιτροπές διαρκούς υπόστασης, για τις οποίες δεν προβλέπεται ρητά κάποια μορφή ανεξαρτησίας. Τέτοια χαρακτηριστικά είναι η υψηλού επιπέδου τεχνοκρατική του συγκρότηση και μάλιστα πολυσυλλεκτική  καθώς και η σημαντική διαφοροποίηση του χρόνου της θητείας των  μελών έναντι εκείνου της συνταγματικής θητείας της κυβέρνησης.

    Όμως, σε τελική ανάλυση η βιοηθική είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να περιορίζεται στο  ρόλο του επιτελούς της κυβέρνησης ή του δοτού συμβούλου της Πολιτείας. Αντί λοιπόν να παρατηρηθεί μία κινητικότητα προς την κατεύθυνση της αυτονόμησης του αρμοδίου συμβουλευτικού οργάνου, πιθανόν κατά βάση σύμφωνα με το μοντέλο της παραπλήσιας Εθνικής Αρχής Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, συνέβη η αντίστροφη μεταβολή. Μία σχετικά νεοπαγής  ανεξάρτητη  αρχή αρχικά δεν καταργήθηκε από  όργανο αλλά μετατράπηκε σε αυτοτελή διοικητική υπηρεσία και αργότερα, σε μία δύσκολη φάση της κρίσης της πανδημίας, αποδομήθηκε με εσωτερική διάσπαση, χωρίς να έχει διασφαλιστεί η διαρκής λειτουργία της μέχρι την ενεργοποίηση των νέων οργάνων.          

  Κατά συγκρίσιμο τρόπο, προφητική είναι η διάταξη του άρθρου 17 της Οικουμενικής Διακήρυξης για τη Βιοηθική και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, κατά την οποία πρέπει να εκτιμάται δεόντως η διασύνδεση ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα και τις άλλες μορφές ζωής και ο ρόλος των ανθρώπινων όντων στην προστασία του περιβάλλοντος, της βιόσφαιρας και της βιοποικιλότητας, σε συνδυασμό με το Προοίμιο, κατά το οποίο η Γενική Διάσκεψη της ΟΥΝΕΣΚΟ συνειδητοποιεί ότι τα ανθρώπινα όντα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της βιόσφαιρας και έχουν σημαντικό ρόλο στο να προστατεύουν το ένα το άλλο και τις λοιπές μορφές ζωής και ιδιαίτερα τα ζώα.

  Η κρίση της πανδημίας, η οποία ήρθε να προστεθεί στο ήδη δραματικό φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής, για το  οποίο πλέον ο δόκιμος όρος είναι «κλιματική κρίση», έχει αποδειχθεί ότι ξεκίνησε από μόλυνση των ανθρώπων από ζώα, στην Κίνα. Το άτομο συμπεριφέρεται με απρόσεκτο και εν πολλοίς παράλογο τρόπο στη φύση, μη σεβόμενο ιδιαίτερα τα άγρια ζώα. Φαινόμενα όπως αποψίλωση δασών, εμπρησμοί δασικών εκτάσεων και αλλαγή χρήσεων γης έχουν συμβάλει αιτιωδώς στην παρούσα «διπλή κρίση του πλανήτη», η οποία συνίσταται στην κρίση τη σχετική με την κλιματική αλλαγή και στην ανάγκη προστασίας της απειλούμενης βιοποικιλότητας. Συνεπώς, η παγκόσμια βιοηθική, με κύριο άξονα την προαναφερθείσα Διακήρυξη, δεν αποτελεί απλώς μία περίπτωση φιλοτιμίας ενόψει ενός παγκοσμίου παραδείγματος επιτυχούς ήπιου δικαίου αλλά επίκαιρη ανάγκη φυσικής επιβίωσης, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.  

         

 

[1] S. Holm and B. Williams-Jones, Global bioethics – myth or reality?, BMC Medical Ethics, p. 1, https://bmcmedethics.biomedcentral.com/articles/10.1186/1472-6939-7-10.  

[2] Με τελευταία την έκδοση: T. Beauchamp and J. Childress, Principles of Biomedical Ethics, Oxford University Press, 2019.

[3] S. Holm and B. Williams-Jones, Global bioethics – myth or reality?, BMC Medical Ethics, p. 2, https://bmcmedethics.biomedcentral.com/articles/10.1186/1472-6939-7-10.  

[4] S. Holm and B. Williams-Jones, Global bioethics – myth or reality?, BMC Medical Ethics, p. 10, https://bmcmedethics.biomedcentral.com/articles/10.1186/1472-6939-7-10.  

[5] A. Iltis, Engelhardt on the Common Morality in Bioethics. Conatus - Journal of Philosophy, 3 (2), 2018, p. 59,

[6] Ανώνυμος, Βιοηθική: Σύγχρονα προβλήματα και μέθοδοι απάντησης, Πεμπτουσία, 20 Ιανουαρίου 2014, . Πρόκειται για συνέντευξη της Cornelia Delkeskap-Hayes προς την Πεμπτουσία (μετάφραση: Φιλοθέη).  

[7] Conseil de l’Europe : Projet de Recommandation no R(87)… du Comité des Ministres aux États membres relative à la procréation artificielle humaine, 16.7.1987.

[8] Ι. Κριάρη, Τεχνολογίες υποβοηθούμενης τεκνοποιίας και θεμελιώδη δικαιώματα – Νομοθετικές και νομολογικές εξελίξεις στην Ελλάδα και την αλλοδαπή, σε Φ. Παναγοπούλου – Κουτνατζή (Επιμ.), Ηθική Δεοντολογία της Υγείας.**Liber amicorum Ελένης Βαλάσση – Αδάμ, 2012, σσ. 69-70.      

[9] R. Andorno, Global bioethics at UNESCO: in defence of the Universal Declaration on Bioethics and Human Rights, Journal of Medical Ethics, 2007 Mar; 33(3), pp. 150-154.  

[10] UNESCO, Explanatory memorandum on the elaboration of the Preliminary Draft Declaration on Universal Norms on Bioethics, (SHS/EST/05//CONF.203/4, Paris, 21 February 2005, p. 13.

[11] ΝΣΚ 540/2006 (Γ’ Τμήμα).

[12] Απόφαση Πρωθυπουργού, αριθ. Υ439, ΦΕΚ Β’ 1224 / 6.10.2000 Κανονισμός της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής.

[13] ΦΕΚ Α 57/11.4.2019.

[14] ΦΕΚ Α 204/22.10.2020.

[15] Βλ. την Ανακοίνωση της Εθνικής Αρχής Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, της 11-11-2020.

Στην Ελλάδα, μία επιτροπή αυτού του είδους, η Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής,  προβλέφθηκε πολύ νωρίτερα, δυνάμει του Ν. 2667/1998, μαζί με την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.



Source/ Author: ethemis.gr

LATEST POSTS




ethemis map

Προκηρύξεις/ Αγγελίες

Προκηρύξεις, Διαγωνισμοί και Αγγελίες για δικηγόρους, ασκούμενους & νομικούς.

View more
newsroom

ΝΟΜΚΑ ΝΕΑ/      ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

NewsRoom, Νομικά Νέα

View more
ethemis case law

Noμολογία

Σημαντικές δικαστικές αποφάσεις, ιδίως των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας

View more
ethemis case law

Noμοθεσία

Οι νόμοι που έχουν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως

View more
ethemis legal studies

Εκπαιδευτικά           Προγράμματα

Για νομικούς & δικηγόρους από εκπαιδευτικούς φορείς στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

View more
ethemis.gr

EΚΔΗΛΩΣΕΙΣ            ΦΟΡΕΩΝ

Εκδηλώσεις Nομικού Eνδιαφέροντος από ποικίλους θεσμικούς Φορείς

View more
ethemis international news

Διεθνή                      Νέα

Διεθνή Νομικά Νέα και Αρθρογραφία, Νομολογία ΕΔΔΑ και αποφάσεις Διεθνών Δικαστηρίων

View more
ethemis map

Δελτία            Τύπου

Ανακοινώσεις ΔΣΑ, δικαστικών ενώσεων, ανεξάρτητων αρχών, θεσμικών φορέων.

View more
ethemis

Συντακτική            Ομάδα

Η Επιστημονική Ομάδα του Ethemis.gr

View more
ethemis.gr

ΣΥΝΕΔΡΙΑ             ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ             e-ΘΕΜΙΣ

Ο Κατάλογος Συνεδρίων και Εκδηλώσεων που έχει διοργανώσει η Ένωση Ελλήνων Νομικών

View more

newsroom