ΑΠΔΠΧ: Δικαίωμα πρόσβασης γονέα σε προσωπικά δεδομένα ανήλικου τέκνου

July 20, 2021: Νομοθεσία

posts


ethemis

ΑΠΔΠΧ: Δικαίωμα πρόσβασης γονέα σε προσωπικά δεδομένα ανήλικου τέκνου

Περίληψη

Η Αρχή εξέτασε καταγγελία κατά υπευθύνου επεξεργασίας ιατρού για μη ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης, το οποίο άσκησε ο πατέρας για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου του αφού διαπίστωσε ότι έλαβε χώρα παραβίαση των άρθρων 12 παρ. 1, 2 και 15 παρ. 1 ΓΚΠΔ και επέβαλε χρηματικό πρόστιμο ύψους 5.000 χιλιάδων ευρώ.

Αθήνα, 08-07-2021
Αριθ. Πρωτ.: 1653

ΑΠΟΦΑΣΗ 26/2021

(Τμήμα)

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε σε σύνθεση Τμήματος σε συνεδρίαση μέσω τηλεδιασκέψεως στην έδρα της την 21-04-2021 μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν ο Γεώργιος Μπατζαλέξης, Αναπληρωτής Πρόεδρος, κωλυομένου του Προέδρου της Αρχής Κωνσταντίνου Μενουδάκου, το τακτικό Μέλος της Αρχής Σπυρίδων Βλαχόπουλος, και το αναπληρωματικό μέλος Γρηγόριος Τσόλιας, ως εισηγητής, σε αντικατάσταση του τακτικού μέλους Χαράλαμπου Ανθόπουλου, ο οποίος, αν και εκλήθη νομίμως εγγράφως, δεν παρέστη λόγω κωλύματος. Δεν παρέστη, παρόλο που εκλήθη νομίμως εγγράφως και το τακτικό μέλος Κωνσταντίνος Λαμπρινουδάκης, λόγω κωλύματος. Στη συνεδρίαση παρέστησαν, με εντολή του Προέδρου, η Κυριακή Καρακάση, νομική ελέγκτρια – δικηγόρος, ως βοηθός εισηγητή και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τμήματος διοικητικών υποθέσεων της Αρχής, ως γραμματέας.

Η Αρχή έλαβε υπόψη της τα παρακάτω:

Υποβλήθηκε στην Αρχή η με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/8033/23-11-2020 καταγγελία του Α, με την οποία ο τελευταίος καταγγέλλει την άρνηση της ιατρού Β όπως ικανοποιήσει το δικαίωμα πρόσβασης αυτού στα τηρούμενα στο αρχείο της δεδομένα του ιατρικού φακέλου του ανήλικου τέκνου του συμπεριλαμβανομένων και των φορολογικών παραστατικών που εξεδόθησαν από την καταγγελλόμενη κατόπιν εξετάσεων του εν λόγω ανηλίκου.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, στις 02.10.2020 απηύθυνε στην ιατρό μέσω τηλεφωνικού μηνύματος αίτημα χορήγησης της ηλεκτρονικής της διεύθυνσης προκειμένου να καταστεί δυνατή η από μέρους του άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στα δεδομένα του ιατρικού φακέλου του ανήλικου τέκνου του. Κατόπιν τούτου και λόγω μη ανταποκρίσεως της ιατρού στο ανωτέρω αίτημά του, απέστειλε εκ νέου στις 10.11.2020 προς την καταγγελλομένη τηλεφωνικό μήνυμα με το ίδιο περιεχόμενο-αίτημα, σε συνέχεια του οποίου ακολούθησε τηλεφωνική κλήση που δέχτηκε από την ιατρό. Στο πλαίσιο δε της ως άνω συνομιλίας, η ιατρός αρνήθηκε ρητώς να τον ενημερώσει για την κατάσταση της υγείας του ανήλικου τέκνου του αρνούμενη, ωσαύτως, αφενός όπως του χορηγήσει τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού της ταχυδρομείου, αφετέρου όπως του απαντήσει σε οποιοδήποτε αίτημα. Τέλος, της ανωτέρω τηλεφωνικής κλήσης ακολούθησε η από μέρους της καταγγελλόμενης ιατρού αποστολή τηλεφωνικού μηνύματος, δυνάμει του οποίου ενημερώθηκε ο καταγγέλλων περί του ότι η καταγγελλόμενη δεν παρακολουθεί πλέον ως ιατρός το ανήλικο τέκνο του. Επισημαίνεται δε ότι στο πλαίσιο αποδείξεως των ισχυρισμών του ο καταγγέλλων προσκομίζει τα σχετικά αποσπάσματα εκτυπωμένα από το ηλεκτρονικό περιβάλλον του κινητού του τηλεφώνου ενώ προσκομίζει και τη με αριθ. … απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου [περιοχής] X που ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα επικοινωνίας του καταγγέλλοντος με το ανήλικο τέκνο του.

Η Αρχή, στο πλαίσιο εξέτασης της ανωτέρω καταγγελίας, με το με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/8033-1/17-12-2020 έγγραφό της, το οποίο εστάλη ως συστημένη επιστολή κατόπιν κατηγορηματικής αρνήσεως της καταγγελλομένης να γνωστοποιήσει στην Αρχή την ηλεκτρονική της διεύθυνση, παρά την από μέρους της Αρχής υποβολή προφορικού αιτήματος διά τηλεφωνικής κλήσης, ζήτησε από την εν λόγω ιατρό διευκρινίσεις επισημαίνοντας συναφώς την πάγια νομολογία της Αρχής1, δυνάμει της οποίας ο ασκών τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου του (άρ. 128 και 1510 ΑΚ) έχει καταρχήν ως νόμιμος εκπρόσωπός του το δικαίωμα πρόσβασης του άρθρου 15 του ΓΚΠΔ στα στοιχεία που αναφέρονται στο ανήλικο τέκνο του, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από δικαστική απόφαση (π.χ. απόφαση που ορίζει ως ασκούντα τη γονική μέριμνα τον άλλο γονέα, απόφαση απαγόρευσης επικοινωνίας με το παιδί κλπ).

Ειδικότερα, η Αρχή ζήτησε από την καταγγελλόμενη ιατρό να διευκρινίσει εάν ο καταγγέλλων άσκησε, όπως ισχυρίζεται, το δικαίωμα πρόσβασης σε δεδομένα που αφορούν το ανήλικο τέκνο του και σε ποια δεδομένα, και σε καταφατική περίπτωση, εάν και με ποιον τρόπο απάντησε η τελευταία ή/και εάν αιτιολόγησε στον καταγγέλλοντα τυχόν καθυστέρησή της αναφορικά με την ανταπόκριση στο ως άνω αίτημα, άλλως ζητήθηκε να διευκρινιστούν οι λόγοι για τους οποίους η ιατρός δεν ανταποκρίθηκε στο σχετικό αίτημα, παρέχοντας σχετική προς τούτο τεκμηρίωση. Τέλος, η Αρχή ζήτησε να προσδιοριστεί σε ποιο όνομα εκδόθηκαν τα σχετικά με την ιατρική παρακολούθηση του ανηλίκου τέκνου του καταγγέλλοντος φορολογικά παραστατικά και ποια ακριβώς δεδομένα περιλαμβάνονται σε αυτά.

Κατόπιν αυτού, με την υπ’ αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/117/07-01-2021 απαντητική επιστολή της, η καταγγελλόμενη ιατρός αναφέρει ότι ναι μεν παρακολουθούσε το ανήλικο τέκνο του καταγγέλλοντος, πλην όμως δεν είναι πλέον θεράπουσα ιατρός του. Επισημαίνει δε ότι ουδεμία επικοινωνία είχε κατά το παρελθόν με τον καταγγέλλοντα. Ακολούθως επιβεβαιώνει ότι έλαβε χώρα τηλεφωνική επικοινωνία της με τον τελευταίο αναφέροντας ότι ο καταγγέλλων της ζήτησε να λαμβάνει μέσω e-mail εξετάσεις και ενημερώσεις των επισκέψεων του παιδιού, με την καταγγελλόμενη να απαντά πως στερείται καλής γνώσης αποστολής μηνυμάτων και e-mails εξηγώντας στον καταγγέλλοντα πως θα ήταν πιο εύκολη η τηλεφωνική επικοινωνία προτείνοντας και μία διαπροσωπική επαφή καθ’ όσον, όπως τονίζει, δεν γνωρίζει τον τελευταίο.

Σύμφωνα με την καταγγελλόμενη, της ανωτέρω τηλεφωνικής επικοινωνίας ακολούθησε ενημέρωση της μητέρας του ανήλικου τέκνου περί του ότι επιθυμεί να τερματιστεί η μεταξύ τους συνεργασία. Τέλος, αναφέρει πως απάντησε στις 10.11.2020 με γραπτό μήνυμα στο κινητό του καταγγέλλοντος (και όχι με e-mail όπως αναγράφει στην απαντητική της επιστολή προς την Αρχή) ότι δεν παρακολουθεί πλέον το ανήλικο τέκνο του.

Η καταγγελλόμενη απέστειλε εκ παραδρομής την από 07.01.2021 επιστολή της και προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του καταγγέλλοντος. Επί της επιστολής εκείνης, ο καταγγέλλων απάντησε με το με αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΙΣ/423/18.01.2021 έγγραφο του. Με το ανωτέρω έγγραφό του, ο καταγγέλλων αναφέρει συνοπτικώς, μεταξύ άλλων, ότι ανακριβώς αναφέρει η ιατρός πως ήταν εκείνος που την κάλεσε τηλεφωνικά ενώ στην πραγματικότητα ήταν η ιατρός που τον κάλεσε δηλώνοντάς του «υποτιμητικά και σθεναρά», κατά τον καταγγέλλοντα, την άρνησή της να του χορηγήσει τα ιατρικά δεδομένα του τέκνου του. Επιπλέον, κατά τον καταγγέλλοντα, η ιατρός στην απάντησή της ομολογεί τόσο την άρνησή της προς ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης στα ανωτέρω δεδομένα όσο και το ότι πράγματι ασκήθηκε το εν λόγω δικαίωμα από τον καταγγέλλοντα ενώπιόν της. Ακολούθως, ο καταγγέλλων τονίζει, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση κοινοποίησης προς τον ίδιο των δεδομένων υγείας του τέκνου του επισημαίνοντας ότι της άρνησης ικανοποίησης του δικαιώματος πρόσβασης που άσκησε ενώπιον της ιατρού είχε προηγηθεί σχετική συνεννόηση της τελευταίας με την εν διαστάσει σύζυγό του την οποία η ιατρός «αναγνώριζε αυθαίρετα ως την αποκλειστική δικαιούχο αυτής της γνώσης».

Τέλος, ο καταγγέλλων υπογραμμίζει πως εσφαλμένα η ιατρός επικαλείται την προσωπική της ελευθερία προκειμένου να αποδεσμευτεί από τις εκ του νόμου υποχρεώσεις της ως υπεύθυνης επεξεργασίας των επίμαχων δεδομένων παραβιάζοντας το δικαίωμα πρόσβασής του ως ασκούντος τη γονική μέριμνα ενώ τονίζει ότι ουδεμία αναφορά γίνεται από την καταγγελλομένη στο ζήτημα των φορολογικών παραστατικών.

Η Αρχή κάλεσε με τις με αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΞΕ/552/02.02.2021 και Γ/ΕΞΕ/553/02.02.2021 Κλήσεις αμφότερα τα μέρη, ώστε να ακουστούν στο πλαίσιο της από 10.02.2021 ακρόασης -τηλεσυνεδριάσεως του αρμόδιου Τμήματος δίδοντας δεκαήμερη προθεσμία προσκομίσεως τυχόν Υπομνημάτων προς περαιτέρω υποστήριξη των ισχυρισμών αμφοτέρων των μερών, τα οποία και παραστάθηκαν ο μεν καταγγέλλων μετά του δικηγόρου του, Γεωργίου Πανταζή, η δε καταγγελλόμενη αυτοπροσώπως. Κατόπιν της εμπρόθεσμης υποβολής των με αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΙΣ/1260/22.02.2021 και Γ/ΕΙΣ/1267/22.02.2021 Υπομνημάτων εστάλησαν εκ νέου σε αμφότερα τα μέρη οι με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞΕ/732/01.03.2021 και Γ/ΕΞΕ/733/01.03.2021 Κλήσεις προκειμένου να επαναληφθεί η ακρόαση λόγω διασφάλισης της νόμιμης σύνθεσης του Τμήματος της Αρχής, καθώς προ της διασκέψεως και διαρκούσης της 10ήμερης προθεσμίας υποβολής Υπομνημάτων που χορηγήθηκε, προέκυψε η συνδρομή τυπικού κωλύματος στο πρόσωπο ενός εκ των συμμετεχόντων στην πρώτη ακρόαση μέλους της Αρχής. Μετά την εν λόγω δεύτερη ακρόαση, στο πλαίσιο της οποίας παραστάθηκαν ο μεν καταγγέλλων μετά του δικηγόρου του, Γεωργίου Πανταζή, η δε καταγγελλόμενη μετά του δικηγόρου της, Αθανασίου Μαστρογιάννη, υποβλήθηκαν εμπροθέσμως τα με αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΙΣ/2004/22.03.2021 και Γ/ΕΙΣ/2013/22.03.2021 Υπομνήματα. Στα εν λόγω υπομνήματα τα μέρη προέβαλαν συνοπτικώς, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

Ειδικότερα δε, ο καταγγέλλων αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στη νομολογία της Αρχής δυνάμει της οποίας ο ασκών τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου του έχει καταρχήν το δικαίωμα πρόσβασης του ως άνω άρθρου 15 του ΓΚΠΔ στα στοιχεία που αφορούν στο ανήλικο τέκνο του εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από δικαστική απόφαση.
Εν συνεχεία αναφέρεται στους ισχυρισμούς της καταγγελίας του επισημαίνοντας ότι η καταγγελλόμενη αρνήθηκε κατηγορηματικά να ικανοποιήσει το δικαίωμα πρόσβασής του στα στοιχεία του ιατρικού φακέλου του τέκνου του συμπεριλαμβανομένων και των σχετικών φορολογικών παραστατικών. Επιπλέον, τονίζει ότι η καταγγελλόμενη παραδέχτηκε ότι έχει εξετάσει το ανήλικο τέκνο του καταγγέλλοντος αρκετές φορές και ότι τα φορολογικά παραστατικά δεν εξεδόθησαν στο όνομα της μητέρας του ανήλικου τέκνου του καταγγέλλοντος. Ακολούθως ο καταγγέλλων αναφέρεται στην ηθική βλάβη που του προκάλεσε η παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης που άσκησε και ουδέποτε ικανοποιήθηκε ακόμα και διαρκούσης της διαδικασίας ενώπιον της Αρχής.
Επιπλέον, αναφέρεται ότι από τους ισχυρισμούς της ιατρού προκύπτει ότι τα επίμαχα στοιχεία του ιατρικού φακέλου χορηγούνταν μόνον στη μητέρα του ανήλικου τέκνου. Τέλος επισημαίνει την υποχρέωση της καταγγελλομένης όπως τηρεί ιατρικό φάκελο ενώ σημειώνει ότι στο μέτρο που συνταγογραφούσε, καθ’ ομολογία της, για το ανήλικο τέκνο του καταγγέλλοντος, είχε πρόσβαση στον σχετικό ηλεκτρονικό φάκελο υγείας του τέκνου και επομένως θα ηδύνατο να ικανοποιήσει ευχερώς το ασκηθέν δικαίωμα πρόσβασης χορηγώντας αντίγραφα των συνταγογραφήσεων μετά των σχετικών διαγνώσεων.

Περαιτέρω, ο καταγγέλλων τονίζει παράλληλα ότι το γεγονός πως η καταγγελλόμενη παιδίατρος έπαψε να παρακολουθεί το ανήλικο τέκνο του, ουδόλως δικαιολογεί την παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης που έχει και ο καταγγέλλων στα δεδομένα υγείας του τελευταίου, τα οποία οφείλει η καταγγελλόμενη να τηρεί για 10 έτη από την τελευταία εξέταση αυτού βάσει του άρθρου 14 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας.
Αναφέρεται, επιπλέον, ότι αβασίμως υποστήριξε η καταγγελλομένη πως ουδεμία επικοινωνία έλαβε χώρα μεταξύ αυτής και του καταγγέλλοντος και πως ουδέποτε συνόδευσε το τέκνο του στο ιατρείο της διαπιστώνοντας ότι το σχετικό περί προστασίας προσωπικών δεδομένων νομοθετικό πλαίσιο δεν εξαρτά την ικανοποίηση του ασκηθέντος δικαιώματος πρόσβασης από τη διά ζώσης επικοινωνία με την καταγγελλόμενη ως Υπεύθυνη Επεξεργασίας. Ακολούθως ο καταγγέλλων υποστηρίζει ότι η άρνηση ικανοποίησης του επίμαχου δικαιώματος πρόσβασης καταδεικνύεται και από την πρόταση της καταγγελλομένης προς τον καταγγέλλοντα να μεταβεί από την Αθήνα στο ιατρείο της στην [περιοχή] Χ, διαρκούντων των περιοριστικών μέτρων στο πλαίσιο της πανδημίας, προκειμένου να ικανοποιηθεί το επίμαχο δικαίωμα πρόσβασης.
Επιπλέον, ο καταγγέλλων υπενθυμίζει τον ισχυρισμό της καταγγελλομένης ενώπιον της Αρχής περί της πρόσβασής του στο βιβλιάριο υγείας του τέκνου του που δήθεν παραλαμβάνεται κάθε φορά που παραλαμβάνει και το τέκνο του στο πλαίσιο άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας που έχει με αυτό. Τον ανωτέρω ισχυρισμό αντικρούει ως αλυσιτελή και προδήλως αβάσιμο. 

Τέλος, ο καταγγέλλων παραθέτει επί του σώματος του Υπομνήματός του την από 09.03.2021 απάντησή του στην εξώδικη δήλωση της καταγγελλομένης, η οποία, ωσαύτως, προσκομίζεται ως σχετικό έγγραφο ενώπιον της Αρχής. Στην ανωτέρω εξώδικη απάντηση που επιδόθηκε στην καταγγελλόμενη κατόπιν θυροκόλλησης, όπως προκύπτει από τη με αριθ. … έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο [νομού] Ψ, Γ, επισημαίνεται, μεταξύ άλλων και πέραν των ήδη προαναφερόμενων, ότι η πρόσκληση προς τον καταγγέλλοντα όπως παραλάβει τα ζητηθέντα δεδομένα από το ευρισκόμενο στην [περιοχή] Χ γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου της καταγγελλομένης, ισοδυναμεί ουσιαστικά με μη ικανοποίηση του επίμαχου δικαιώματος ενόψει των ειδικών συνθηκών που επικρατούν λόγω της πανδημίας. Μάλιστα, ο καταγγέλλων στην εν λόγω εξώδικη απάντησή του τονίζει ότι η μη ικανοποιητική απάντηση της παιδιάτρου στο ασκηθέν δικαίωμα πρόσβασης επιρρωνύεται και από τον ισχυρισμό της περί του ότι δεν απαιτείται υπεύθυνος επεξεργασίας όταν υπάρχει εναλλακτικός τρόπος πρόσβασης στα δεδομένα, όπως είναι το βιβλιάριο υγείας. Καταλήγει δε, ο καταγγέλλων στο συμπέρασμα της αδικαιολόγητης τον καταγγέλλοντα για το δικαίωμα προσφυγής του ενώπιον της Αρχής για την αμφισβήτηση της αδικαιολόγητης άρνησής της όπως ικανοποιήσει το επίμαχο δικαίωμα.
Με το από 22.03.2021 εμπροθέσμως κατατεθέν Υπόμνημα που υπέβαλε η καταγγελλόμενη κατόπιν της ακροάσεως της 10ης/03/2021, διευκρινίζει ότι δεν μετέρχεται γραπτών μηνυμάτων επικοινωνίας με τους πελάτες της προτιμώντας την προσωπική επαφή με τους τελευταίους. Ακολούθως αντικρούει ως αβάσιμους, μεταξύ άλλων, τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος περί του ότι αρνήθηκε να τον ενημερώσει για την κατάσταση της υγείας του τέκνου του όπως και να του γνωστοποιήσει την ηλεκτρονική της διεύθυνση ή να απαντήσει σε οποιοδήποτε αίτημά του, επισημαίνοντας ότι η τηλεφωνική κλήση που έλαβε χώρα με πρωτοβουλία της αρκεί για το αβάσιμο των ανωτέρω ισχυρισμών του. Διατυπώνει δε ενστάσεις ως προς τη δυνατότητα διακρίβωσης της ταυτότητας του καταγγέλλοντος ως πατρός της ανήλικης ασθενούς της προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη γνωστοποίηση της ζητηθείσας διεύθυνσης του ηλεκτρονικού της ταχυδρομείου σημειώνοντας, επιπλέον, ότι απέκτησε ηλεκτρονικό υπολογιστή όταν η ηλεκτρονική συνταγογράφηση κατέστη υποχρεωτική, προκειμένου να καταχωρίζει τις διαγνώσεις και τα φάρμακα που χορηγεί στους ασθενείς της, ήτοι το ιστορικό των τελευταίων ενώ επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων είχε πρόσβαση στο βιβλιάριο υγείας του τέκνου του, που περιλαμβάνει την πλήρη ιατρική εικόνα εκάστου παιδιού. Επιπλέον, η καταγγελλόμενη κάνει αναφορά στο αίτημά της προς την Αρχή όπως την ενημερώσει για την ασφαλή αποστολή προς τον καταγγέλλοντα των δεδομένων του τέκνου του με τρόπο έτερο του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, καθώς δεν διαθέτει η ίδια τα ηλεκτρονικά μέσα, ώστε να τα αποστείλει με ασφάλεια και εχεμύθεια.
Τέλος, η καταγγελλόμενη αναφέρεται στην από 04.03.2021 επιδοθείσα στον καταγγέλλοντα εξώδικη δήλωσή της, προσκομίζοντας την τελευταία μετά της με αριθ. … έκθεσης Επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, Δ. Ειδικότερα, αφού επαναλαμβάνει ως επί το πλείστον τους προβληθέντες και ενώπιον της Αρχής ισχυρισμούς, ιδίως δε ότι πριν την πρώτη διά γραπτού μηνύματος επικοινωνία που είχε με τον καταγγέλλοντα, δεν τον είχε γνωρίσει διά ζώσης στο ιατρείο της, ότι με τα γραπτά μηνύματα του καταγγέλλοντος δεν της ζητήθηκε παρά μόνον η διεύθυνση του ηλεκτρονικού της ταχυδρομείου, χωρίς κάποιο έτερο σαφές και ορισμένο αίτημα και ότι στο πλαίσιο της μεταξύ τους τηλεφωνικής επικοινωνίας πρότεινε στον καταγγέλλοντα να προσέλθει στο ιατρείο της για να ενημερωθεί, αναφέρει ότι δι’ αυτής τον προσκαλεί να παραλάβει από το γραφείο του πληρεξούσιου δικηγόρου της στην [περιοχή] Χ σφραγισμένο φάκελο με τα ζητηθέντα έγγραφα.
Η Αρχή, μετά από εξέταση των στοιχείων του φακέλου, αφού άκουσε τον εισηγητή και τις διευκρινίσεις από τη βοηθό εισηγητή, η οποία παρέστη χωρίς δικαίωμα ψήφου και αποχώρησε μετά από τη συζήτηση της υποθέσεως και πριν από τη διάσκεψη και τη λήψη αποφάσεως, κατόπιν διεξοδικής συζητήσεως,

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
 
1.    Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 – εφεξής, ΓΚΠΔ) και του άρθρου 9 του νόμου 4624/2019 (ΦΕΚ Α΄ 137) προκύπτει ότι η Αρχή έχει αρμοδιότητα να εποπτεύει την εφαρμογή των διατάξεων του ΓΚΠΔ, του νόμου αυτού και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Με το άρθρο 5 παρ. 1 του Γενικού Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (εφεξής ΓΚΠΔ) τίθενται οι αρχές που πρέπει να διέπουν μια επεξεργασία. Σύμφωνα με την αρχή της λογοδοσίας που εισάγεται με το εν λόγω άρθρο ορίζεται ρητώς στην δεύτερη παράγραφο αυτού, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας «φέρει την ευθύνη και είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωση με την παράγραφο 1 («λογοδοσία»).». Η αρχή αυτή, η οποία συνιστά ακρογωνιαίο λίθο του ΓΚΠΔ, συνεπάγεται την υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας να δύναται όπως αποδείξει συμμόρφωση. Επιπλέον, δίδει τη δυνατότητα στον υπεύθυνο επεξεργασίας να δύναται να ελέγξει και να τεκμηριώσει νομικά μια επεξεργασία που διενεργεί σύμφωνα με τις νομικές βάσεις που του παρέχει ο ΓΚΠΔ και το εθνικό δίκαιο προστασίας δεδομένων.
2.    Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1, 3 και 4 του ΓΚΠΔ «1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας επιβεβαίωση για το κατά πόσον ή όχι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν υφίστανται επεξεργασία και, εάν συμβαίνει τούτο, το δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και στις ακόλουθες πληροφορίες: […] 2. […] 3. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει αντίγραφο των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία. […] 4. Το δικαίωμα να λαμβάνεται αντίγραφο που αναφέρεται στην παράγραφο 3 δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα και τις ελευθερίες άλλων.».

Στο πλαίσιο του ως άνω δικαιώματος επισημαίνεται πως το υποκείμενο των δεδομένων θα πρέπει να έχει δικαίωμα πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία συλλέχθηκαν και το αφορούν και να μπορεί να ασκεί το εν λόγω δικαίωμα ευχερώς και σε εύλογα τακτά διαστήματα, προκειμένου να έχει επίγνωση και να επαληθεύει τη νομιμότητα της επεξεργασίας. Αυτό περιλαμβάνει το δικαίωμα των υποκειμένων των δεδομένων να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα που αφορούν την υγεία τους, για παράδειγμα τα δεδομένα των ιατρικών αρχείων τους τα οποία περιέχουν πληροφορίες όπως διαγνώσεις, αποτελέσματα εξετάσεων, αξιολογήσεις από θεράποντες ιατρούς και κάθε παρασχεθείσα θεραπεία ή επέμβαση. Ο δε υπεύθυνος επεξεργασίας θα πρέπει να δύναται να παρέχει πρόσβαση εξ αποστάσεως σε ασφαλές σύστημα μέσω του οποίου το υποκείμενο των δεδομένων αποκτά άμεση πρόσβαση στα δεδομένα που το αφορούν

Επομένως, ενόψει των ανωτέρω προκύπτει ότι καθιερώνεται το δικαίωµα πρόσβασης του υποκειµένου στα προσωπικά δεδοµένα που το αφορούν µε κύριο σκοπό να βεβαιώνεται το υποκείµενο για την ακρίβεια και τον σύννοµο χαρακτήρα της επεξεργασίας των δεδοµένων του. Ως εκ τούτου, για την ικανοποίηση του δικαιώµατος πρόσβασης δεν απαιτείται η επίκληση εννόµου συµφέροντος, αφού αυτό ενυπάρχει και αποτελεί βάση του δικαιώµατος πρόσβασης του υποκειµένου να λάβει γνώση πληροφοριών που το αφορούν και οι οποίες έχουν καταχωρηθεί σε αρχείο που τηρεί ο υπεύθυνος επεξεργασίας, έτσι ώστε να πραγµατώνεται η βασική αρχή του δικαίου για την προστασία των προσωπικών δεδοµένων, που συνίσταται στη διαφάνεια της επεξεργασίας ως προϋπόθεση κάθε περαιτέρω ελέγχου της νοµιµότητάς της εκ µέρους του υποκειµένου των δεδοµένων. Οµοίως, δεν απαιτείται η επίκληση των λόγων για τους οποίους το υποκείµενο των δεδοµένων επιθυµεί την άσκηση του δικαιώµατος πρόσβασης. Εξάλλου, θα πρέπει να επισηµανθεί ότι η ικανοποίηση του δικαιώµατος πρόσβασης είναι καθολική, αφορά δηλαδή σε όλες τις πληροφορίες που αφορούν στο υποκείµενο των δεδοµένων και επιπλέον, δεν προϋποθέτει όχι μόνο επίκληση των λόγων για τους οποίους το υποκείµενο των δεδοµένων επιθυµεί την άσκηση του εν λόγω δικαιώµατος, όπως προεξετέθη, αλλά ούτε και διαμεσολάβηση.
Επομένως ενόψει του ότι δεν απαιτείται επίκληση των λόγων για τους οποίους το υποκείµενο των δεδοµένων ασκεί το εν λόγω δικαίωµα, παρέπεται ότι για την ικανοποίηση του εν λόγω αιτήµατος δεν θα πρέπει η ικανοποίηση του δικαιώματος να εξαρτάται από την τυχόν προηγούµενη κρίση του υπεύθυνου επεξεργασίας ως προς το αν δικαιολογείται η άσκηση του δικαιώµατος αυτού ή όχι. 
3.    Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 12 ΓΚΠΔ «1. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων […] κάθε ανακοίνωση στο πλαίσιο των άρθρων 15 […] 2. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας διευκολύνει την άσκηση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων που προβλέπονται στα άρθρα 15 […] 3.Ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων πληροφορίες για την ενέργεια που πραγματοποιείται κατόπιν αιτήματος δυνάμει των άρθρων 15 έως 22 χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος. Η εν λόγω προθεσμία μπορεί να παραταθεί κατά δύο ακόμη μήνες, εφόσον απαιτείται, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας του αιτήματος και του αριθμού των αιτημάτων. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για την εν λόγω παράταση εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος, καθώς και για τους λόγους της καθυστέρησης. […] 4. Εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν ενεργήσει επί του αιτήματος του υποκειμένου των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων, χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος, για τους λόγους, για τους οποίους δεν ενήργησε και για τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή και άσκησης δικαστικής προσφυγής.».
4.    Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 6 του ΓΚΠΔ προβλέπεται ότι «Με την επιφύλαξη του άρθρου 11, όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει εύλογες αμφιβολίες σχετικά με την ταυτότητα του φυσικού προσώπου που υποβάλλει το αίτημα που αναφέρεται στα άρθρα 15-21, ο υπεύθυνος επεξεργασίας μπορεί να ζητήσει την παροχή πρόσθετων πληροφοριών αναγκαίων για την επιβεβαίωση της ταυτότητας του υποκειμένου των δεδομένων» .
5.    Επειδή το άρθρο 1510ΑΚ περί γονικής μέριμνας ορίζει, μεταξύ άλλων ότι «Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (Γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του…». Εξάλλου, το άρθρο 1513ΑΚ ορίζει, μεταξύ άλλων τα εξής: «Στις περιπτώσεις διαζυγίου η ακύρωσης του γάμου και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, η άσκηση της γονικής μέριμνας ρυθμίζεται από το δικαστήριο. Η άσκηση της γονικής μέριμνας μπορεί να ανατεθεί στον έναν από τους γονείς ή, αν αυτοί συμφωνούν ορίζοντας συγχρόνως τον τόπο διαμονής του τέκνου, στους δύο από κοινού. Το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά, ιδίως να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων ή να την αναθέσει σε τρίτον…».
6.    Επειδή επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (ν. 3418/2005) ορίζεται ότι: «1. Ο ιατρός υποχρεούται να τηρεί ιατρικό αρχείο, σε ηλεκτρονική ή μη μορφή, το οποίο περιέχει δεδομένα που συνδέονται αρρήκτως ή αιτιωδώς με την ασθένεια ή την υγεία των ασθενών του. … 2. Τα ιατρικά αρχεία πρέπει να περιέχουν το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, το φύλο, την ηλικία, το επάγγελμα, τη διεύθυνση του ασθενή, τις ημερομηνίες της επίσκεψης, καθώς και κάθε άλλο ουσιώδες στοιχείο που συνδέεται με την παροχή φροντίδας στον ασθενή, όπως, ενδεικτικά και ανάλογα με την ειδικότητα, τα ενοχλήματα της υγείας του και το λόγο της επίσκεψης, την πρωτογενή και δευτερογενή διάγνωση ή την αγωγή που ακολουθήθηκε. …4. Η υποχρέωση διατήρησης των ιατρικών αρχείων ισχύει: α) στα ιδιωτικά ιατρεία και τις λοιπές μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας του ιδιωτικού τομέα, για μία δεκαετία από την τελευταία επίσκεψη του ασθενή και β) σε κάθε άλλη περίπτωση, για μία εικοσαετία από την τελευταία επίσκεψη του ασθενή».
7.    Επειδή σύμφωνα με πάγια νομολογία της Αρχής, κατά τα προαναφερόμενα, ο ασκών τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου του (άρ. 128 και 1510 ΑΚ) έχει καταρχήν ως νόμιμος εκπρόσωπός του το δικαίωμα πρόσβασης του ανωτέρω άρθρου 15 στα στοιχεία που αναφέρονται στο ανήλικο τέκνο του, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από δικαστική απόφαση (πχ. απόφαση που ορίζει ως ασκούντα τη γονική μέριμνα τον άλλο γονέα, απόφαση απαγόρευσης επικοινωνίας με το παιδί κλπ). Ειδικότερα, στο πλαίσιο της υπό εξέταση περίπτωσης, ο καταγγέλλων ως ασκών τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου του από κοινού με τη σύζυγό του, έχει δικαίωμα πρόσβασης στα ιατρικά δεδομένα του τελευταίου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510 και 1513 ΑΚ, 14 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και 15 του ΓΚΠΔ, χωρίς, μάλιστα, να απαιτείται περαιτέρω η συνδρομή στο πρόσωπό του συγκεκριμένου εννόμου συμφέροντος. Τούτο δε διότι ο καταγγέλλων ως ασκών τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου του ταυτίζεται με το υποκείμενο των συγκεκριμένων δεδομένων. Επομένως η καταγγελλόμενη παιδίατρος υποχρεούται να ικανοποιεί σχετικά δικαιώματα πρόσβασης που ασκούνται από τον πατέρα και ασκούντα τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου που έχει παρακολουθήσει ιατρικά.
8.    Επειδή στην προκειμένη περίπτωση, ο καταγγέλλων άσκησε το δικαίωμα πρόσβασης για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου του ενώπιον της καταγγελλόμενης ιατρού – υπευθύνου επεξεργασίας, υπό την ιδιότητά του ως ασκούντος τη γονική μέριμνα, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα, της οποίας εξακολουθεί να είναι φορέας, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθ. … απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου [περιοχής] Χ. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων ζήτησε από την ανωτέρω ιατρό όπως αποκτήσει πρόσβαση στα δεδομένα του ιατρικού φακέλου του ανήλικου τέκνου του συμπεριλαμβανομένων, όπως αναφέρεται στην επίμαχη καταγγελία, και των σχετικών φορολογικών παραστατικών που εξεδόθησαν για τις αντίστοιχες ιατρικές εξετάσεις.
Το ως άνω αίτημα δεν ικανοποιήθηκε από την ιατρό-υπεύθυνο επεξεργασίας, η οποία, μάλιστα, ουδέποτε χορήγησε στον καταγγέλλοντα τη ζητηθείσα από αυτόν ηλεκτρονική της διεύθυνση με την αιτιολογία ότι δεν είναι εξοικειωμένη με την ηλεκτρονική αποστολή μηνυμάτων αναφέροντας ότι προτιμά την τηλεφωνική ή εκ του σύνεγγυς επικοινωνία και συμπληρώνοντας κατόπιν της προαναφερόμενης τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον πατέρα του ανήλικου τέκνου, στο πλαίσιο της οποίας και πάλι δεν προκύπτει η ικανοποίηση του επίμαχου δικαιώματος πρόσβασης, ότι έχει πάψει πλέον να είναι η θεράπουσα ιατρός του τελευταίου.
9.    Επειδή από την απαντητική επιστολή της ιατρού-υπευθύνου επεξεργασίας κατόπιν αποστολής του με αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΞ/8033-1/17-12-2020 εγγράφου της Αρχής καθώς και από τους αναλυτικώς αναφερόμενους ισχυρισμούς της, προέκυψε ότι η τελευταία δεν ικανοποίησε το αίτημα πρόσβασης του καταγγέλλοντος στον ιατρικό φάκελο του ανήλικου τέκνου του, μολονότι όφειλε να τηρεί και τηρούσε σχετικό αρχείο με τα επίμαχα προσωπικά δεδομένα, επικαλούμενη αδυναμία ηλεκτρονικής επικοινωνίας και αντιπροτείνοντας προφορική ή/και διά ζώσης επικοινωνία.
Αλυσιτελώς και κατά παραβίαση των υποχρεώσεων συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις του ΓΚΠΔ η καταγγελλόμενη ιατρός-υπεύθυνη επεξεργασίας ισχυρίζεται ότι δεν παρακολουθεί πλέον το ανήλικο τέκνο υπό την ιδιότητά της ως ιατρού, προκειμένου να μην ικανοποιήσει το δικαίωμα πρόσβασης. Ο εν λόγω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος καθώς ο υπεύθυνος επεξεργασίας βαρύνεται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του ΓΚΠΔ συνδυαστικά προς εκείνες του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας κατά τον κρίσιμο χρόνο επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου, ενώ οι εν λόγω υποχρεώσεις εξακολουθούν για όσο χρόνο ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να διατηρήσει τις σχετικές πληροφορίες.
10.    Αναφορικά δε με το ερώτημα της Αρχής, στο πλαίσιο της άσκησης των ερευνητικών- ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της, περί προσδιορισμού του ονόματος στο οποίο εκδόθηκαν τα σχετικά με την ιατρική παρακολούθηση του ανηλίκου τέκνου του καταγγέλλοντος φορολογικά παραστατικά και περί προσδιορισμού των δεδομένων που περιλαμβάνονται σε αυτά, ερώτημα το οποίο τέθηκε προκειμένου να μορφώσει πλήρη εικόνα η Αρχή ώστε να αποφανθεί περί της υποχρέωσης της καταγγελλομένης όπως επιτρέψει την πρόσβαση του καταγγέλλοντος και σε αυτά και με ποιες προϋποθέσεις, η ιατρός δεν είχε διαλάβει απάντηση στην από 07.01.2021 επιστολή της. Στα εν λόγω παραστατικά αναφέρθηκε η καταγγελλομένη για πρώτη φορά στο πλαίσιο των υπομνηματικών της ισχυρισμών, όπως παρατίθεται κατωτέρω.
11.    Επειδή περαιτέρω και συμπληρωματικώς προς τα ανωτέρω, εκ των ισχυρισμών αμφοτέρων των μερών, όπως συμπληρώθηκαν με τα εμπροθέσμως κατατεθέντα Υπομνήματα κατά τα προδιαλαμβανόμενα, διαπιστώθηκε ότι η καταγγελλόμενη ιατρός- υπεύθυνη επεξεργασίας πράγματι παρακολουθούσε το τέκνο του καταγγέλλοντος επί επτά(7) περίπου μήνες προβαίνοντας αφενός, σε ηλεκτρονική συνταγογράφηση, αφετέρου, σε συλλογή και καταγραφή των εκάστοτε ιατρικών διαγνώσεων που περιλαμβάνονταν στο τηρούμενο από την ίδια σύστημα αρχειοθέτησης, ήτοι στον ιατρικό φάκελο του ασθενούς.
Ο δε καταγγέλλων προέβη στην άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στα δεδομένα του ιατρικού φακέλου του ανήλικου τέκνου του καθώς και στα σχετικώς εκδοθέντα φορολογικά παραστατικά κατά τρόπο σαφή μέσω γραπτών μηνυμάτων περιλαμβάνοντας πλήρη στοιχεία τόσο του ιδίου όσο και του τέκνου του ως ασθενούς της καταγγελλομένης. Από τα εν λόγω μηνύματα προκύπτει, ωσαύτως κατά τρόπο αναντίρρητο και επαρκή, η καθ’ όλα νόμιμη άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης του καταγγέλλοντος, ο οποίος, μάλιστα, αναφέρει ρητά και το σκοπό για τον οποίο αιτείται την ηλεκτρονική διεύθυνση της καταγγελλομένης. Εξάλλου, όπως προεξετέθη και στη δεύτερη σκέψη της παρούσας με παραπομπή σε νομολογία της Αρχής, για την ικανοποίηση του δικαιώµατος πρόσβασης δεν απαιτείται η επίκληση έννοµου συµφέροντος, αφού θεωρείται δεδοµένο το έννοµο συµφέρον (έστω και ηθικό) του υποκειµένου να λάβει γνώση πληροφοριών, οι οποίες το αφορούν και οι οποίες 
έχουν καταχωρηθεί σε αρχείο που τηρεί ο υπεύθυνος επεξεργασίας, έτσι ώστε να πραγµατώνεται η βασική αρχή του δικαίου για την προστασία των προσωπικών δεδοµένων, που συνίσταται στη διαφάνεια της επεξεργασίας ως προϋπόθεση κάθε περαιτέρω ελέγχου της νοµιµότητάς της εκ µέρους του υποκειµένου των δεδοµένων.
Σε κάθε δε περίπτωση, η άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης δεν απαιτείται να λαμβάνει χώρα με συγκεκριμένο τύπο ή πανηγυρικά π.χ. με την επίκληση των διατάξεων του ΓΚΠΔ ή με ρητή αναφορά σε άσκηση του.
12.    Επειδή επιπλέον, επιβεβαιώνεται και μετά την εξέταση των προβαλλόμενων με τα Υπομνήματα ισχυρισμών αμφοτέρων των μερών ότι δεν έχει ικανοποιηθεί το ασκηθέν δικαίωμα πρόσβασης του καταγγέλλοντος και δεν έχει λάβει γνώση ο τελευταίος, τουλάχιστον μέχρι την ημερομηνία της ακροάσεως της 10ης.03.2021 ενώπιον της Αρχής, οποιουδήποτε στοιχείου του ιατρικού φακέλου του ανήλικου τέκνου του ενώ δεν του έχουν κοινοποιηθεί ούτε τα φορολογικά παραστατικά, τα οποία δεν προκύπτει να περιλαμβάνουν προσωπικά δεδομένα τρίτου προσώπου, ήτοι της μητέρας του τέκνου, και στα οποία αναφέρεται για πρώτη φορά ρητά η καταγγελλόμενη στο Υπόμνημά της.
Θα πρέπει δε να επισημανθεί, συμπληρωματικά προς τις ανωτέρω σκέψεις υπ’ αρ. 11, η υποχρέωση της ιατρού δυνάμει του προαναφερόμενου άρθρου 14 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, όπως τηρεί ιατρικό αρχείο για τους ασθενείς που παρακολουθεί. Με δεδομένο ότι η ίδια η καταγγελλόμενη παραδέχεται ότι τηρεί το εν λόγω αρχείο, το οποίο είναι διαθέσιμο, οφείλει ως υπεύθυνος επεξεργασίας να διασφαλίζει κατ’ αρ. 12 παρ. 1 και 2 ΓΚΠΔ την ευχερή9 και απρόσκοπτη σε αυτό πρόσβαση κατ’ αρ. 15 παρ. 1 ΓΚΠΔ του εκάστοτε ασκούντος τη γονική μέριμνα ανήλικου τέκνου που παρακολουθεί ως ιατρός, κατά τα διαλαμβανόμενα και στη σκέψη 2 της παρούσας.
Παρά ταύτα, στην προκειμένη περίπτωση, η καταγγελλόμενη ιατρός-υπεύθυνη επεξεργασίας, όχι μόνο δεν διευκολύνει κατ’ αρ. 12 παρ. 1, 2 ΓΚΠΔ την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης, αντιθέτως δε, καθιστά εξόχως δυσχερή την πρόσβαση του διαμένοντος στην Αθήνα καταγγέλλοντος γονέα στα ιατρικά δεδομένα του ανήλικου τέκνου του περιορίζοντας την επίμαχη δυνατότητα πρόσβασης αφενός, στην υποχρέωση μετάβασης του στην [περιοχή] Χ διαρκούντων, μάλιστα, των περιοριστικών της κυκλοφορίας μέτρων λόγω της πανδημίας, αφετέρου, στη διά ζώσης αυτοπρόσωπη παραλαβή φακέλου με τα αιτηθέντα ιατρικά δεδομένα από το ευρισκόμενο στην [περιοχή] Χ γραφείο του πληρεξούσιου δικηγόρου της καταγγελλόμενης.
Εν όψει των ανωτέρω, το γεγονός της επικαλούμενης από την καταγγελλόμενη μη μετάβασης του καταγγέλλοντος στην [περιοχή] Χ για την παραλαβή του φακέλου δεν καθιστά ανενεργό το δικαίωμα πρόσβασης του τελευταίου ούτε δύναται εξ αντικειμένου να ερμηνευθεί ως παραίτηση από αυτό, όπως αβασίμως υπαινίσσεται με το από 22.03.2021 Υπόμνημά της η καταγγελλόμενη, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού. Ομοίως αβάσιμοι και απορριπτέοι τυγχάνουν οι σχετικοί ισχυρισμοί της καταγγελλόμενης ιατρού- υπευθύνου επεξεργασίας με βάση τους οποίους η ίδια καθορίζει με αποκλειστικό τρόπο την ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης για τους προαναφερόμενους λόγους που συνιστούν παραβίαση της υποχρέωσης διευκόλυνσης του δικαιώματος πρόσβασης του καταγγέλλοντος.
13.    Επειδή προς αντίκρουση των ισχυρισμών της καταγγελλομένης περί μη ικανοποίησης του δικαιώματος πρόσβασης του καταγγέλλοντος λόγω της μη προϋφιστάμενης προσωπικής γνωριμίας μαζί του καθώς και λόγω της αδυναμίας εξακρίβωσης της ταυτότητάς του ως πατρός του ανήλικου ασθενούς της, σημειώνεται κατ’ αρχήν ότι προβλήθηκε για πρώτη φορά με το μετ’ ακρόαση Υπόμνημα της καταγγελλομένης.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 6 ΓΚΠΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση κατά την οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει εύλογες αμφιβολίες σχετικά με την ταυτότητα του φυσικού προσώπου που υποβάλλει το αίτημα πρόσβασης, ο υπεύθυνος επεξεργασίας μπορεί να ζητήσει την παροχή πρόσθετων πληροφοριών αναγκαίων για την επιβεβαίωση της ταυτότητας του υποκειμένου των δεδομένων.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ιατρός-υπεύθυνη επεξεργασίας ουδέποτε εξέφρασε προς τον καταγγέλλοντα αμφιβολίες σχετικά με την ταυτότητα του ως δικαιούμενου προς άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης, ήτοι ως πατρός του ανήλικου τέκνου. Επιπλέον, ακόμη και εάν υπήρχαν τέτοιες αμφιβολίες, η ιατρός-υπεύθυνη επεξεργασίας όφειλε όχι μόνο να τις εκφράσει προς τον καταγγέλλοντα, αλλά επιπλέον να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες κατά τα ανωτέρω.

Εν τέλει, τέτοιες πρόσθετες πληροφορίες, ουδέποτε ζητήθηκαν από μέρους της καταγγελλόμενης προς τον καταγγέλλοντα.

Τέλος, ο εν λόγω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί πέραν από νόμω, επιπλέον και ως ουσία αβάσιμος, αφενός γιατί δεν αποδείχθηκε, αφετέρου, γιατί η ίδια η καταγγέλλουσα εξόχως αντιφατικά προς τον εν λόγω ισχυρισμό, αποδέχθηκε την ικανοποίηση του αιτήματος πρόσβασης στα αιτούμενα προσωπικά δεδομένα δια της παραλαβής από τον καταγγέλλοντα φακέλου που τα περιέχει και που παρακατατέθηκε στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου της στην [περιοχή] Χ. Εάν πράγματι η ιατρός-υπεύθυνη επεξεργασίας είχε αμφιβολίες ως προς την ταυτότητά του καταγγέλλοντος ως δικαιούμενου προς άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης, δεν θα δεχόταν να ικανοποιήσει για τον λόγο αυτό το εν λόγω αίτημα, ούτε διά της παραλαβής του φακέλου. Επομένως, η ιατρός-υπεύθυνη επεξεργασίας δεν είχε αμφιβολίες και είχε ρητά αναγνωρίσει τον καταγγέλλοντα ως πρόσωπο που δικαιούταν να αποκτήσει πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα του ανήλικου τέκνου του, υπό την ιδιότητα του ασκούντος την γονική μέριμνα.
14.    Επειδή αναφορικά με το αίτημα της καταγγελλομένης προς την Αρχή όπως της προσδιοριστεί ασφαλής και εχέμυθος τρόπος προκειμένου να αποστείλει τα ζητηθέντα δεδομένα στον καταγγέλλοντα, διευκρινίζεται ότι η Αρχή βάσει του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου ιδίως δε επί τη βάσει των διατάξεων του ΓΚΠΔ, και ειδικότερα του άρθρου 58 του ως άνω νόμου, στερείται τέτοιας αρμοδιότητας, καθ’ όσον σε αντίθετη περίπτωση θα αναιρείτο ο πυρήνας της αρχής της λογοδοσίας της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ΓΚΠΔ. Δυνάμει δε της εν λόγω αρχής ο εκάστοτε υπεύθυνος επεξεργασίας, όπως εν προκειμένω η καταγγελλομένη, οφείλει να είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που εισάγει ο ΓΚΠΔ, το δε αίτημά της καταδεικνύει την έλλειψη συμμόρφωσής της προς τις απαιτήσεις του ΓΚΠΔ και ιδίως της αρχής της λογοδοσίας κατ’ αρ. 5 παρ. 2 ΓΚΠΔ.
Τέλος και συναφώς προς τα ανωτέρω επισημαίνεται ότι η υποχρέωση ικανοποίησης εκ μέρους της καταγγελλομένης του επίμαχου δικαιώματος πρόσβασης παραμένει ακέραιη παρά το γεγονός τηρήσεως του βιβλιαρίου υγείας του ανήλικου τέκνου καθώς το τελευταίο εξ αντικειμένου δεν ταυτίζεται με το τηρούμενο από την ιατρό αρχείο των ασθενών της.
15.    Επειδή περαιτέρω, η επικαλούμενη δυσχέρεια πληροφόρησης του αιτήματος πρόσβασης και η μη ικανοποίηση του επίμαχου δικαιώματος πρόσβασης δεν δικαιολογείται από την επικαλούμενη από την καταγγελλόμενη ιατρό μη εξοικείωσή της στον χειρισμό ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας καθώς ουδεμία τέτοια εξαίρεση από τις υποχρεώσεις συμμόρφωσης προβλέπεται από τις διατάξεις του ΓΚΠΔ.
16.    Επειδή διαπιστώνεται η παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης του άρθρου 15 παρ. 1 του ΓΚΠΔ συνδυαστικά προς τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 12 του ΓΚΠΔ. Σημειώνεται δε συναφώς προς τα ανωτέρω και το ότι παρά την παρέμβαση της Αρχής που επελήφθη της επίμαχης καταγγελίας και δη τέσσερις και πλέον μήνες αργότερα, δεν έχει ακόμη ικανοποιηθεί το δικαίωμα πρόσβασης του καταγγέλλοντος από την καταγγελλόμενη ιατρό12.
17.    Σύμφωνα με τον ΓΚΠΔ (Αιτ. Σκ. 148) προκειμένου να ενισχυθεί η επιβολή των κανόνων του παρόντος Κανονισμού, κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών προστίμων, θα πρέπει να επιβάλλονται για κάθε παράβαση του παρόντος Κανονισμού, επιπρόσθετα ή αντί των κατάλληλων μέτρων που επιβάλλονται από την εποπτική αρχή σύμφωνα με τον παρόντα Κανονισμό.
18.    Με βάση τα ανωτέρω, η Αρχή κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση να ασκήσει τις κατά το άρθρο 58 παρ. 2 του ΓΚΠΔ διορθωτικές εξουσίες της σε σχέση με τις διαπιστωθείσες παραβάσεις.
19.    Η Αρχή κρίνει περαιτέρω ότι η επιβολή διορθωτικού μέτρου δεν αρκεί για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης με τις διατάξεις του ΓΚΠΔ που έχουν παραβιαστεί και ότι πρέπει, με βάση τις περιστάσεις που διαπιστώθηκαν, να επιβληθεί, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 58 παρ. 2 εδ. θ’ του ΓΚΠΔ, επιπλέον και αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό διοικητικό χρηματικό πρόστιμο κατ’ άρθρο 83 του ΓΚΠΔ τόσο προς αποκατάσταση της συμμόρφωσης, όσο και για την τιμωρία της παράνομης συμπεριφοράς.

20.Περαιτέρω η Αρχή, έλαβε υπόψη τα κριτήρια επιμέτρησης του προστίμου που ορίζονται στο άρθρο 83 παρ. 2 του ΓΚΠΔ, την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου που έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση και τις Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή και τον καθορισμό διοικητικών προστίμων για τους σκοπούς του Κανονισμού 2016/679 που εκδόθηκαν στις 03-10-2017 από την Ομάδα Εργασίας του άρθρου 29 (WP 253), καθώς και τα πραγματικά δεδομένα της εξεταζόμενης υπόθεσης και ιδίως:

i.    Το γεγονός ότι η παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης αφορά και δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του άρθρου 9 ΓΚΠΔ σχετικά με την κατάσταση της υγείας του ανήλικου τέκνου του καταγγέλλοντος (άρ. 4 περ. 15 ΓΚΠΔ), ενώ η καταγγελλόμενη του στέρησε την δυνατότητα να πληροφορηθεί την κατάσταση υγείας του ανηλίκου τέκνου του.
ii.    Το γεγονός ότι η καταγγελλόμενη δεν ικανοποίησε το δικαίωμα πρόσβασης που άσκησε ο καταγγέλλων κατ’ άρθρο 15 παρ. 1 ΓΚΠΔ, παρά τις περί του αντιθέτου δηλώσεις της περί μελλοντικής ικανοποίησης.
iii.    Το γεγονός της μακράς χρονικής διάρκειας μη ικανοποίησης του δικαιώματος πρόσβασης παρά την παρέμβαση της Αρχής.
iv.    Το γεγονός ότι η καταγγελλόμενη όχι μόνο δεν διευκόλυνε, όπως είχε υποχρέωση κατ’ αρ. 12 παρ. 2 ΓΚΠΔ, αλλά αντιθέτως δυσχέρανε τον καταγγέλλοντα κατά την διαδικασία ικανοποίησης του δικαιώματος πρόσβασης προσδιορίζοντας ως μοναδικό τρόπο τη μετάβαση του από την Αθήνα στην [περιοχή] Χ για την παραλαβή φακέλου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εν μέσω περιοριστικών μέτρων κίνησης για λόγους αποτροπής της διάδοσης του κορωνοϊού.
v.    Το γεγονός ότι η παράβαση εν προκειμένω έθιξε ένα (1) φυσικό πρόσωπο ως υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων σε σχέση με την ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης.
vi.    Το γεγονός ότι η παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης αποδίδεται σε αμέλεια της καταγγελλόμενης λόγω άγνοιας των διατάξεων του ΓΚΠΔ και ως εκ τούτου μη λήψης συναφών μέτρων συμμόρφωσης .
vii.    Την απουσία συνεργασίας της καταγγελλόμενης με την Αρχή, δεδομένου ότι ενώ η Αρχή στο πλαίσιο της άσκησης των ελεγκτικών-ερευνητικών της αρμοδιοτήτων ζήτησε να λάβει την ηλεκτρονική της διεύθυνση, εκείνη αρνήθηκε να την χορηγήσει.
viii.    Την απουσία τυχόν ενεργειών στις οποίες μπορούσε να προβεί και δεν προέβη η καταγγελλόμενη για να μετριάσει τη ζημία που υπέστη το υποκείμενο των δεδομένων και δη την δυνατότητα να ικανοποιήσει, έστω και εκπρόθεσμα, το δικαίωμα πρόσβασης.
 
ix.    Την απουσία προηγούμενων διαπιστωμένων παραβάσεων της καταγγελλόμενης καθώς από σχετικό έλεγχο προκύπτει ότι δεν της έχει επιβληθεί μέχρι σήμερα διοικητική κύρωση από την Αρχή.
x.    Το γεγονός ότι από τα στοιχεία που τέθηκαν υπ’ όψιν της Αρχής και με βάση τα οποία διαπίστωσε την παραβίαση του ΓΚΠΔ, ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν αποκόμισε οικονομικό όφελος, ούτε προκάλεσε υλική ζημία στον καταγγέλλοντα.
xi.    Το γεγονός ότι η παράβαση των διατάξεων σχετικά με τα δικαιώματα των υποκειμένων υπάγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 5 εδ. β’ ΓΚΠΔ, στην ανώτερη προβλεπόμενη κατηγορία του συστήματος διαβάθμισης διοικητικών προστίμων.
21. Βάσει των ανωτέρω, η Αρχή αποφασίζει ομόφωνα ότι πρέπει να επιβληθεί στην καταγγελλόμενη ιατρό ως υπεύθυνη επεξεργασίας η αναφερόμενη στο διατακτικό διοικητική κύρωση, η οποία κρίνεται ανάλογη με τη βαρύτητα της παράβασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Η Αρχή

Επιβάλλει στην καταγγελλόμενη υπεύθυνη επεξεργασίας ιατρό Β το αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό διοικητικό χρηματικό πρόστιμο που αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ειδικότερες περιστάσεις αυτής, ύψους πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για την ως άνω διαπιστωθείσα παραβίαση του άρθρου 15 παρ. 1 ΓΚΠΔ και 12 παρ. 1, 2  ΓΚΠΔ, σύμφωνα με τα άρθρα 58 παρ. 2 στοιχ. θ΄ και
83 παρ. 5 στοιχ. β΄ ΓΚΠΔ.

Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος  

Γεώργιος Μπατζαλέξης    

 Η Γραμματέας
Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου

Η Αρχή κρίνει περαιτέρω ότι η επιβολή διορθωτικού μέτρου δεν αρκεί για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης με τις διατάξεις του ΓΚΠΔ που έχουν παραβιαστεί και ότι πρέπει, με βάση τις περιστάσεις που διαπιστώθηκαν, να επιβληθεί, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 58 παρ. 2 εδ. θ’ του ΓΚΠΔ, επιπλέον και αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό διοικητικό χρηματικό πρόστιμο κατ’ άρθρο 83 του ΓΚΠΔ τόσο προς αποκατάσταση της συμμόρφωσης, όσο και για την τιμωρία της παράνομης συμπεριφοράς.



Source/ Author:Απόφαση ΑΠΔΠΧ | Download PDF

LATEST POSTS



ethemis map

Προκηρύξεις/ Αγγελίες

Προκηρύξεις, Διαγωνισμοί και Αγγελίες για δικηγόρους, ασκούμενους & νομικούς.

View more
newsroom

ΝewsRoom/      ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Τρέχουσα Νομική Επικαιρότητα

View more
ethemis case law

Noμολογία

Σημαντικές δικαστικές αποφάσεις, ιδίως των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας

View more
ethemis case law

Noμοθεσία

Οι νόμοι που έχουν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως

View more
ethemis legal studies

Εκπαιδευτικά           Προγράμματα

Για νομικούς & δικηγόρους από εκπαιδευτικούς φορείς στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

View more
ethemis.gr

EΚΔΗΛΩΣΕΙΣ            ΦΟΡΕΩΝ

Εκδηλώσεις Nομικού Eνδιαφέροντος από ποικίλους θεσμικούς Φορείς

View more
ethemis international news

Διεθνή                      Νέα

Διεθνή Νομικά Νέα και Αρθρογραφία, Νομολογία ΕΔΔΑ και αποφάσεις Διεθνών Δικαστηρίων

View more
ethemis map

Δελτία            Τύπου

Ανακοινώσεις ΔΣΑ, δικαστικών ενώσεων, ανεξάρτητων αρχών, θεσμικών φορέων.

View more
ethemis

Συντακτική            Ομάδα

Η Επιστημονική Ομάδα του Ethemis.gr

View more
ethemis.gr

ΣΥΝΕΔΡΙΑ             ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ             e-ΘΕΜΙΣ

Ο Κατάλογος Συνεδρίων και Εκδηλώσεων που έχει διοργανώσει η Ένωση Ελλήνων Νομικών

View more

newsroom