Μελέτη του Α. Μανιάτη: «Στρατιωτικό Ποινικό Δίκαιο και συνταγματικές εγγυήσεις»

ΕΙΔΗΣΕΟΓΡΑΦΙΑ / August 26, 2021: Τρέχουσα Νομική Επικαιρότητα NewsRoom

NewsRoom eΘέμις


ethemis

Μελέτη του Α. Μανιάτη: «Στρατιωτικό Ποινικό Δίκαιο και συνταγματικές εγγυήσεις»

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ  ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ 

Αντώνιος  Μανιάτης

Τέως Ομιλητής Ναυτικής Σχολής Πολέμου, Δικηγόρος

Εισαγωγή

Η λέξη «εγγύηση» είναι ένας τεχνικός όρος ο οποίος προκαλεί μάλλον αμηχανία στο πεδίο του Συνταγματικού Δικαίου. Η προβληματική αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι πρόκειται για ορολογία που προέρχεται από το εννοιολογικό σύστημα του Αστικού Δικαίου, το οποίο είναι αυτόνομο έναντι άλλων παραδοσιακών αυτόνομων κλάδων όπως το Διοικητικό Δίκαιο και το Ποινικό Δίκαιο. Ωστόσο, θα μπορούσε να παρατηρηθεί ότι και άλλοι όροι του Ιδιωτικού Δικαίου έχουν πολιτογραφηθεί στο Δημόσιο Δίκαιο, όπως η « κληρονομιά»[1], η οποία ανάγεται σε ένα συλλογικό αγαθό πέραν της προσέγγισης της κυριότητας πραγμάτων από τον κληρονόμο[2]. Έχει προταθεί οι συνταγματικές εγγυήσεις κατ’ αρχάς να συστηματοποιηθούν ως εξής, κατά αύξουσα σειρά: δικαιώματα, θεσμικές εγγυήσεις και γενικές αρχές[3]. Στη χορεία των γενικών αρχών μπορεί να συγκαταλεγούν και οι αξίες, οι οποίες έχουν ένα προβάδισμα, χωρίς να είναι απόλυτα ξεκάθαρη η διάκριση μεταξύ αξιών και γενικών αρχών. Σε κάθε περίπτωση, η ενότητα « εθνικές αρχές και αξίες» είναι συμμετρική των « εθνικών συμβόλων,  στο μέτρο που αυτά τα φαινόμενα έχουν συνταγματική κατοχύρωση[4].     

 Θα ήταν ενδιαφέρον να επιχειρηθεί μία προσέγγιση του Στρατιωτικού Ποινικού Δικαίου. Η εστίαση στον ποινικό δικονομικό χώρο του σκληρού πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας ο οποίος έγκειται στη σχεδόν παντοδύναμη μηχανή του στρατεύματος αποτελεί πρόκληση για τη συνταγματική επιστήμη, ιδίως από τη σκοπιά των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Για την εξέταση του θεσμού της στρατιωτικής ποινικής δίκης,  προβάλλει ως το καταλληλότερο νομικό εργαλείο η έννοια των συνταγματικών εγγυήσεων.

Αρχικά εκτίθενται νομοθετικές πτυχές του Στρατιωτικού Ποινικού Δικαίου στην ελληνική ιστορία.  

Στη συνέχεια γίνεται μία μελέτη περίπτωσης σχετικά με το ζήτημα της πρόσβασης αλλογενών Ελλήνων πολιτών στο επάγγελμα του στρατιωτικού δικαστικού λειτουργού, η οποία συμπληρώνεται από ευρύτερη αναφορά στην αρχή της αξιοκρατίας για την πρόσβαση στα δημόσια αξιώματα και στη σύστοιχη αρχή της δημοκρατίας.

 Μετά εξετάζονται σχετικές με τη στρατιωτική δικαιοσύνη  διατάξεις, οι οποίες τέθηκαν με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2019.

**Ι. Οι στρατιωτικοί ποινικοί κώδικες **

Η στρατιωτική δικαιοσύνη, στη μορφή που σήμερα γνωρίζουμε, θεωρείται κατάκτηση της ιδεολογικής έξαρσης που έφερε η Γαλλική Επανάσταση, αφού έως τότε η απονομή της δικαιοσύνης στο στράτευμα ήταν αποκλειστικά υπόθεση του ανωτέρου διοικητή προς τους υπ’ αυτόν διοικούμενους[5]. Συνεπώς, καταργήθηκε ένα παραδοσιακό προνόμιο του «αρχηγού» με τη δημιουργία ενός  νέου θεσμού[6]. Το γαλλικό μοντέλο στρατιωτικής δικαιοσύνης υιοθετήθηκε από τα περισσότερα κράτη μέλη της διεθνούς κοινότητας με μικρότερες ή μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα το  Στρατιωτικό Ποινικό Δίκαιο έχει διαγράψει μία αυτοτελή ιστορική διαδρομή έναντι του κοινού Ποινικού Δικαίου[7]. Η Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου με το ψήφισμά της, της 1ης Ιανουαρίου 1822, όρισε ότι ο στρατιωτικός κώδικας της Γαλλίας με τις αναγκαίες προσθαφαιρέσεις ισχύει στο στράτευμα. Η εισαγωγή αυτούσιου του γαλλικού δικαίου στην ελληνική έννομη τάξη επαναλαμβάνεται στη συνέχεια, και σε άλλα νομοθετικά κείμενα[8]. Στη Γαλλία ψηφίστηκε το 1857 ο νόμος που θα ίσχυε οριστικά στη χώρα αυτή, δηλαδή ο  Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας. Απομίμηση και σε πολλά σημεία μετάφραση του νομοθετήματος αποτέλεσε ο πρώτος ολοκληρωμένος Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας της Ελλάδας, το 1860. Ανάλογες ήταν και οι περιπέτειες της ναυτικής ποινικής νομοθεσίας, η οποία αρχικά προέβλεπε μεταξύ άλλων την ποινή της μαστίγωσης, όπως στο παρελθόν υπήρχαν στην Ευρώπη διάφορες σωματικές ποινές, σαν τη ρινοτομία[9].  

Ο επόμενος Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας,  του 1941, δεν έμελλε να αρχίσει να ισχύει παρά την 1.1.1954. Την  περίοδο αυτή εισάγεται και ο θεσμός της πολιτικής αγωγής, με το ν. 2865/1954 αλλά «μονομερώς», αφού εξαιρούσε τους τρίτους – παθόντες και έδινε δικαίωμα παραστάσεως μόνον στον Επίτροπο για εγκλήματα κατά του Δημοσίου. Επρόκειτο ασφαλώς για αδικαιολόγητη ρύθμιση χωρίς ιδιαίτερο πειστικό έρεισμα, η οποία ανατράπηκε με το ν. 1911/1990[10].    

Εξάλλου, το άρθρο 96 παρ. 5 του Σ. του 1975 αναφέρεται στα στρατοδικεία, ναυτοδικεία, αεροδικεία, συνεπαγόμενο την έκδοση ειδικού νόμου για την υλοποίηση των διατάξεών του. Ο σχετικός εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος είναι ο ν. 2287/1995 «Κύρωση του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα» και έτσι αντικαταστάθηκε το νομοθέτημα  του 1941, βαρυνόμενο με πολλά προβλήματα όπως η αντισυνταγματική πρόβλεψη της ποινής  των καταναγκαστικών έργων και η μη ρητή κατοχύρωση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να παρίσταται με συνήγορο τόσο κατά την ανάκριση όσο και κατά την προανάκριση (που είναι ένα ιδιαίτερα κρίσιμο στάδιο)[11].

Ο ισχύων Κώδικας, ο  Κώδικας Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων (ν. 2304/1995) και ο νέος Κανονισμός στρατιωτικών φυλακών αποτελούν ένα νομοθετικό σύστημα εκσυγχρονισμού του δικαίου για τη στρατιωτική δικαιοσύνη. Με τη μεταρρύθμιση αυτή προκρίνεται η αντίληψη ότι η στρατιωτική δικαιοσύνη αποτελεί ανεξάρτητη δικαιοσύνη για το στρατό και όχι δικαιοσύνη μέσα στο στρατό [12]. Ωστόσο, εκφράζεται ο αντίλογος ότι η μεταρρύθμιση αυτή παρέμεινε ανολοκλήρωτη με αποτέλεσμα η στρατιωτική δικαιοσύνη να παραμένει εν πολλοίς δικαιοσύνη μέσα στο στρατό και όχι δικαιοσύνη για το στρατό[13].

Ο Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας πρωτοτυπεί στο δικονομικό του μέρος δεδομένου ότι οι περισσότερες σχετικές διατάξεις του προηγουμένου απαλείφθηκαν και γίνεται πλέον απευθείας παραπομπή στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Έτσι, για παράδειγμα, οι αποφάσεις των στρατιωτικών δικαστηρίων είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένες (κατά τη σχετική παραπεμπτική ρύθμιση του άρθρου  96 παρ. 5 του Συντάγματος) ενώ η διαδικασία ενώπιον των κοινών ποινικών δικαστηρίων εφαρμόζεται και ενώπιον των στρατιωτικών δικαστηρίων.  

Εξάλλου, από την 1η Ιουλίου 2019, έχει αρχίσει να ισχύει ο  νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 4620/2019 και συμπληρώθηκε με το  ν. 4637/2019 που επέφερε συγκεκριμένες προσθήκες ή διορθώσεις που απέβησαν  αναγκαίες[14]. Σε κάθε περίπτωση, ο Κώδικας επαυξάνει το θεσμικό ρόλο του δικηγόρου[15]. Παρόμοιες παρατηρήσεις αρμόζουν για το νέο Ποινικό Κώδικα, ο οποίος εισήχθη σε ισχύ με το ν. 4619/2019 ταυτόχρονα με τον αδελφό δικονομικό Κώδικα και υπέστη αλλαγές με διάφορους νόμους σύντομα[16]. Έπαυσαν να υπάρχουν πταίσματα, τα οποία σχεδόν όλα απεγκληματοποιήθηκαν[17]. Επιπλέον, μεταξύ των άρθρων του παλαιού Ποινικού Κώδικα τα οποία καταργήθηκαν,  συγκαταλέγονται τα άρθρα 202-206 τα οποία αφορούσαν αξιόποινες πράξεις που ανάγονται στη στρατιωτική υπηρεσία και στην υποχρέωση στράτευσης, ενώ τα σχετικά εγκλήματα ρυθμίζονται από το Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα.     

 

ΙΙ. Είσοδος στο επάγγελμα του στρατιωτικού δικαστικού λειτουργού και αξιοκρατία  

Αίτηση Έλληνα δικηγόρου για συμμετοχή του σε διαγωνισμό παρέδρων της στρατιωτικής δικαιοσύνης απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι ο αιτών «έχει μεν την Ελληνική ιθαγένεια, πλην όμως και οι δύο γονείς του δεν είναι Έλληνες το γένος αλλά Πακιστανοί» και συνεπώς, βάσει του άρθρου 14 παρ. 3 του Κώδικα Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων «αλλογενής, που έχει αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια, δεν διορίζεται δικαστικός λειτουργός». Σχετική ένσταση του αναφερομένου, με επίκληση του ν. 3304/2005[18] ο οποίος ενσωµατώνει τις διατάξεις των Οδηγιών 2000/43/ΕΚ και 2000/78/ΕΚ και θεσπίζει γενικό πλαίσιο ρύθµισης για την καταπολέµηση των διακρίσεων, απορρίφθηκε από τη Διεύθυνση Στρατιωτικής Δικαιοσύνης του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.

Στη δυσμενή για τον ενδιαφερόμενο διοικητική πράξη προβλήθηκε  ο  λόγος ότι « η διάταξη του ΚΔΣΕΔ είναι απολύτως ειδική… και ενόψει της φύσεως, της ιδιαίτερης θεσμικής αποστολής και του σκοπού των Ενόπλων Δυνάμεων μπορεί ο κοινός νομοθέτης να κρίνει ότι το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την άσκηση του επαγγέλματος του στρατιωτικού δικαστή μόνο από Έλληνες πολίτες που είναι συγχρόνως και Έλληνες το γένος ».

Η υπόθεση αυτή εμπεριείχε και εμπλοκή ανεξάρτητης αρχής καθώς ο Συνήγορος του Πολίτη πήρε το μέρος του δικηγόρου και οι σχετικές θέσεις του συνοψίστηκαν σε  πόρισμα. Το αρμόδιο υπουργείο τον Απρίλιο 2010, με αφορμή την έκδοση των τελευταίων σχετικών προκηρύξεων, μετέβαλε την αρχικά αρνητική στάση του και απάλειψε την προϋπόθεση της καταγωγής.  Πάντως, η απάλειψη περιορίστηκε στο κείμενο των προκηρύξεων, καθώς οι επίμαχες νομοθετικές διατάξεις διατηρούνται σε ισχύ. Νομοθετική πρωτοβουλία του 2019 για να χαλαρώσει το κώλυμα σε βάρος των αλλογενών Ελλήνων πολιτών δεν ευοδώθηκε.

Αυτή η  ιδιόμορφη διάκριση μπορεί να παραβληθεί με ένα αντίστροφο ιστορικό προηγούμενο. Πρόκειται για το άρθρο 3α’ του Σ. του 1844, το οποίο ανέφερε ότι «… μόνοι δε οι πολίται Έλληνες είναι δεκτοί εις όλας τας δημοσίας λειτουργίας». Αυτή η διάταξη, η οποία επαναλήφθηκε αυτούσια στο Σ. του 1864, δεν περιλαμβάνει αναφορά στην αξιοκρατία, σε αντίθεση με τη σχετική συνταγματική παράδοση, όπως εκείνη του άρθρου 8 του Σ. του 1827, κατά το οποίο όλοι οι Έλληνες είναι δεκτοί, καθένας κατά το μέτρο της προσωπικής του αξίας, σε όλα τα δημόσια επαγγέλματα, πολιτικά και στρατιωτικά. Επιδίωξη της αρμόδιας επιτροπής για το σχέδιο του Συντάγματος του 1844 φαίνεται πως ήταν να κατοχυρώσει την κυρίαρχη θέση του Έλληνα πολίτη στο Κράτος του και τα αδιαμφισβήτητα προνόμιά του απέναντι  στους αλλοδαπούς που κατοικούσαν ή επισκέπτονταν κατά καιρούς την επικράτειά του[19]. Αλλά αυτή ακριβώς η προσπάθεια των νέων νομοθετών να κατοχυρώσουν δια του Συντάγματος το αποκλειστικό δικαίωμα του πολίτη να καταλαμβάνει διοικητικά αξιώματα αντί να ικανοποιήσει όσους διαμαρτύρονταν την προηγούμενη δεκαετία για τους διορισμούς ξένων, κυρίως Βαυαρών, στην ελληνική Διοίκηση, το στρατό και τις εκάστοτε κυβερνήσεις, έδωσε το έναυσμα για νέες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις, που έφεραν αναπόφευκτα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τον αναπροσδιορισμό της σημασίας των όρων «Έλληνας» και ξένος[20].  Προέκυψε λοιπόν η υιοθέτηση, από την οικεία Εθνοσυνέλευση, του Ψηφίσματος Β’. Κατά την εφαρμογή του απολύθηκαν από  τη θέση τους για σύντομο χρονικό διάστημα μερικές δεκάδες ετεροχθόνων που δεν ξεπερνούσαν τους εκατό, με αποτέλεσμα τους επόμενους μήνες να επανέλθουν εκ νέου στο προσκήνιο οι ίδιες συζητήσεις[21]. Ένας από τους με αυτόν τον τρόπο περιθωριοποιημένους ομογενείς ήταν ο Φαναριώτης λόγιος Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, ο οποίος όμως κατόρθωσε στη συνέχεια να γίνει καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο Ραγκαβής είχε κάνει στρατιωτικές σπουδές και αρχικά στην Ελλάδα ακολούθησε σταδιοδρομία αξιωματικού αλλά σύντομα παραιτήθηκε, θεωρώντας ότι είχε αδικηθεί εφόσον το  κράτος έδινε δύο βαθμούς ανώτερους στους ξένους αξιωματικούς που υπηρετούσαν στο ελληνικό στράτευμα, από αυτόν που είχαν στην πατρίδα τους.

Η σχετική με το Σ. του 1844 τάση της σφυρηλάτησης πελατειακών σχέσεων, ιδιαίτερα για την κατάληψη θέσεων εργασίας στο δημόσιο τομέα, έμελλε να αποτελέσει  σταθερά του πολιτικού βίου, η οποία ενυπάρχει σε αυτόν μέχρι και σήμερα κατά το μάλλον ή ήττον. Επιπρόσθετα, συνέστησε μία  ιδιόμορφη σταθερά και της συνταγματικής ιστορίας, με την αρχή της αξιοκρατίας να μην έχει  ρητή  καθιέρωση στο τυπικό Σύνταγμα για μεγάλο χρονικό διάστημα. 

Εξάλλου, είναι αξιοσημείωτο ότι η αξιοκρατία εγγενώς συνδέεται με τη δημοκρατία ως  έκφανση της γενικής αρχής της ισότητας κατ’ αρχάς σε πολιτικό επίπεδο αλλά και σε ευρύτερο[22]. Το δημοκρατικό πολίτευμα των Αθηνών θεμελιώθηκε από τον Κλεισθένη, το 507 π.Χ., με την αναγνώριση του δικαιώματος  του εκλέγειν στην τέταρτη τάξη, τους θήτες.  Αργότερα δημιουργήθηκε για πρώτη φορά ένα πολυπληθές Πολεμικό Ναυτικό, δεδομένου ότι η Περσική Αυτοκρατορία εποφθαλμιούσε τον κυρίως ελληνικό χώρο. Επαγγελματίες κατ’ αρχάς άσχετοι με τη ναυτική κοινότητα, όπως μεταξύ άλλων βυρσοδέψες και  υποδηματοποιοί, εκ των πραγμάτων κλήθηκαν να διαδραματίσουν το δύσκολο ρόλο του ερέτη. Οι ναυτολογημένοι αυτοί πολίτες στον πρόσφατα ναυπηγημένο στόλο δεν συμμετείχαν σε πολεμικές επιχειρήσεις πριν τη ναυμαχία του Αρτεμισίου, η οποία αποτέλεσε γενική πρόβα για τη λίγο μετέπειτα ναυμαχία στα στενά της Σαλαμίνας την 22α Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ.. Λίγα χρόνια μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, έμελλε να αρχίσει να χρησιμοποιείται η λέξη «δημοκρατία», για την οποία μέχρι τότε ο χρησιμοποιούμενος όρος ήταν «ισονομία», δηλαδή ισότητα των πολιτών στη νομή της κρατικής εξουσίας. Στο πλαίσιο της μετά την απόκρουση του περσικού κινδύνου διαδικασίας ολοκλήρωσης του αθηναϊκού πολιτεύματος της κυριαρχίας του λαού, οι πολίτες απέκτησαν και μία δικαστική ψήφο ενόρκου («περί το δικάζειν»), πέρα από την κλασική πολιτική τους ψήφο («περί τας αρχάς»).  

IIΙ. Η συνταγματική αναθεώρηση του 2019 για τη στρατιωτική δικαιοσύνη       

**Α. Γενικές παρατηρήσεις **

 Η θεωρία σχολίαζε πριν από τη συνταγματική αναθεώρηση του 2019 ότι κάποτε θα πρέπει να γίνει σαφές με ποια ιδιότητα θα είναι νοητή η παρουσία του δικαστικού λειτουργού στο χώρο της στρατιωτικής δικαιοσύνης[23]. Και εδώ η επιλογή έχει να κάνει με δύο αντιδιαμετρικά μεγέθη: από τη μια είναι διακριτικός και νηφάλιος δικαστής και από την άλλη αυστηρά υπάκουος στρατιωτικός. Ο ενδιάμεσος χώρος δεν υιοθετήθηκε ποτέ πουθενά.  Στο μεταξύ, ο αριθμός των χωρών στις οποίες οι στρατιωτικοί δικαστές δεν ανήκαν στις ένοπλες δυνάμεις αυξανόταν σταθερά, με παράδειγμα τη Ρωσία, στην οποία το 1999 αυτοί ανεξαρτητοποιήθηκαν από το υπουργείο εθνικής άμυνας και διατήρησαν τη θέση τους ως πολίτες δικαστές, υπαγόμενοι στο Ανώτατο Δικαστήριο[24].

Η προαναφερθείσα αναθεώρηση έχει μείνει κυρίως γνωστή για την αποσύνδεση της διαδικασίας εκλογής του προέδρου της δημοκρατίας από το ενδεχόμενο της διάλυσης της βουλής και πρόκλησης εκλογών αλλά ασχολήθηκε με ποικίλα θέματα, όπως η στρατιωτική  δικαιοσύνη. Ειδικότερα, το Νοέμβριο 2019 ολοκληρώθηκε η διαδικασία ψηφοφορίας για τις υπό αναθεώρηση διατάξεις, μεταξύ των οποίων και κάποιες που άπτονται του ουσιαστικού ή του δικονομικού ποινικού δικαίου[25]. Στην προπαρασκευαστική διαδικασία εκφράστηκε μεταξύ άλλων και η μειοψηφούσα άποψη να υπαχθούν οι στρατιωτικοί στα κοινά ποινικά δικαστήρια. Αυτή η άποψη μπορεί να προσκρούει στην εγχώρια συνταγματική παράδοση της θεσμικής εγγύησης της στρατιωτικής δικαιοσύνης αλλά δεν είναι αποκομμένη από διάφορα συγκριτικά δεδομένα[26].

Ο αναθεωρητικός συντακτικός νομοθέτης ενίσχυσε τη στρατιωτική δικαιοσύνη, εισάγοντας καινοτομίες όπως ότι τα μέλη του δικαστικού σώματος των ενόπλων δυνάμεων θα εξομοιωθούν πλήρως με τους μη στρατιωτικούς, τακτικούς δικαστές. Αυτή η θεσμική αλλαγή αποτέλεσε μία από τις προμετωπίδες της αναθεωρητικής διαδικασίας, σε μία σπάνια για τα κοινοβουλευτικά χρονικά επίδειξη πολιτικής και νομικής συναίνεσης[27].  Ωστόσο, η αλλαγή παραμένει μετέωρη  καθώς δεν υπόκειται σε κάποια, τουλάχιστον ρητά προβλεπόμενη προθεσμία, με αρνητικό το σχετικό προηγούμενο, της επί μία εικοσαετία παράλειψης του νομοθέτη να αντικαταστήσει τις αντισυνταγματικές διατάξεις του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα του 1941.

Β. Ανάλυση των αναθεωρημένων διατάξεων

Η παρ. 5 του άρθρου 96 του Συντάγματος, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο της  αναθεώρησης, αναφέρει ότι «Τα στρατιωτικά δικαστήρια του στοιχείου α΄ της προηγούμενης παραγράφου», εννοώντας τα στρατοδικεία, ναυτοδικεία και αεροδικεία,  «συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από μέλη του δικαστικού σώματος των ενόπλων δυνάμεων, που περιβάλλονται με τις εγγυήσεις λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των λοιπών τακτικών δικαστικών λειτουργών κατά το άρθρο 87 παράγραφος 1 του Συντάγματος».

Ειδικότερα, με βάση το Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα το τριμελές στρατοδικείο συγκροτείται από τον πρόεδρο, ένα στρατιωτικό δικαστή ή πάρεδρο καθώς και ένα στρατοδίκη. Το πενταμελές στρατοδικείο συγκροτείται από τον πρόεδρο, από δύο ή τρεις στρατιωτικούς δικαστές ή από ένα ή δύο στρατιωτικούς δικαστές και ένα πάρεδρο και από ένα ή δύο στρατοδίκες. Οι  στρατοδίκες δεν επιτρέπεται να έχουν βαθμό ανώτερο από το βαθμό του προέδρου. Ως στρατοδίκες ορίζονται αξιωματικοί, απόφοιτοι των παραγωγικών σχολών αξιωματικών των κλάδων των ενόπλων δυνάμεων και μπορούν να παραλληλιστούν με το θεσμό των λαϊκών δικαστών (ενόρκων) οι οποίοι μετέχουν στα Μεικτά Ορκωτά Δικαστήρια και στα Μεικτά Ορκωτά Εφετεία, αρμόδια να δικάζουν κυρίως τα κακουργήματα κατά  της ζωής και κατά της γενετήσιας αξιοπρέπειας. Οι ένορκοι συμβολίζουν και επαληθεύουν την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, παραπέμποντας στο προαναφερθέν ολοκληρωμένο μοντέλο της δημοκρατίας στο αρχαίο αθηναϊκό Κράτος.  Η Ηλιαία ήταν το δικαστήριο γενικής δικαιοδοσίας που καθιερώθηκε στην εποχή του Σόλωνα και θεωρείται ως αρχαιοελληνικό προηγούμενο της συμμετοχής των πολιτών στην απονομή της δικαιοσύνης. Ωστόσο, η ακριβής συγκρότηση της σολώνειας Ηλιαίας δεν είναι γνωστή ενώ η κλασική της διαμόρφωση σε δεξαμενή 6.000 κληρωτών Αθηναίων πολιτών άνω των 30 ετών, από την οποία λαμβάνονταν οι  δικαστές για τα ηλιαστικά δικαστήρια, οφείλεται σε πολύ μεταγενέστερες μεταρρυθμίσεις, εκείνες του έτους 462 π.Χ. από το δημοκρατικό πολιτικό Εφιάλτη. Οι ηλιαστικοί δικαστές, οι οποίοι δεν αιτιολογούσαν τη μυστική τους ψήφο και έτσι είχαν ευρύτατα περιθώρια να κρίνουν με μέτρο την επιείκεια, ήταν κανόνα αθωωτικοί, όπως κατά κανόνα οι  ένορκοι της σύγχρονης εποχής[28].  

Στο αναθεωρητικό δικαστήριο δεν προβλέπεται η συμμετοχή στρατοδικών αλλά μόνο μελών του δικαστικού σώματος των ενόπλων δυνάμεων, κατά αναντιστοιχία με τον κανόνα της συμμετοχής ενόρκων στη δευτεροβάθμια ποινική δικαιοσύνη (προκειμένου για τα Μεικτά Ορκωτά Εφετεία). Συνεπώς, η συγκρότηση του αναθεωρητικού δικαστηρίου μπορεί να συγκριθεί με εκείνη των δικαστηρίων των εφετών για τα κακουργήματα (μονομελές εφετείο, τριμελές εφετείο κακουργημάτων, πενταμελές εφετείο).  

Εξάλλου, στο πρώτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 96 του Συντάγματος προστέθηκε  η πρωτότυπη ρήτρα ότι τα μέλη του δικαστικού σώματος των ενόπλων δυνάμεων «εξομοιώνονται ως προς όλα με τους τακτικούς δικαστές». Αυτή η αναφορά φαίνεται νομοτεχνικά προβληματική καθώς είναι αόριστη ενώ θα μπορούσε να γίνει μνεία  συγκεκριμένων σχετικών άρθρων όπως είναι εκείνα του πρώτου κεφαλαίου του Τμήματος Ε’ του Συντάγματος. Με άλλα λόγια, διατηρήθηκε η ρητή παραπομπή στο άρθρο 87 παρ. 1 για την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών, όπως και στα άρθρα 93 παρ. 2 έως 4, για τη δημοσιότητα των συνεδριάσεων των δικαστηρίων, την αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων και τη μη εφαρμογή αντισυνταγματικών νόμων. Από το  γεγονός ότι (πριν την αναθεώρηση) γινόταν παραπομπή μόνον σε αυτές τις διατάξεις, συναγόταν το συμπέρασμα ότι οι υπόλοιπες διατάξεις του ιδίου κεφαλαίου δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση των στρατοδικείων[29].   

Με το αναθεωρητικό  εγχείρημα εισήχθη και η ρύθμιση ότι «Νόμος ορίζει τη βαθμολογική αντιστοιχία των δικαστικών λειτουργών του δικαστικού σώματος ενόπλων δυνάμεων με τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς, τη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου του Σώματος αυτού, των πειθαρχικών συμβουλίων του και τα της επιθεώρησης». Συνεπώς, πρόκειται για μία εξομοίωση η οποία δεν καταργεί την αυτοτέλεια του σώματος των στρατιωτικών δικαστικών λειτουργών έναντι των υπόλοιπων δικαστικών λειτουργών, η οποία άλλωστε προκύπτει ήδη από το γεγονός ότι υπάγονται στην  αρμοδιότητα διαφορετικού υπουργείου.  

Η καινοτομία της καθολικής θεσμικής εξομοίωσης είναι σημαντική, ιδιαίτερα αν ληφθεί  υπόψη το γεγονός ότι μέχρι την έναρξη ισχύος του Κώδικα Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων οι δικαστικοί λειτουργοί του Σώματος αυτού ήταν αξιωματικοί και εξομοιώνονταν πλήρως προς τους άλλους εν ενεργεία αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων αλλά και υπό το καθεστώς του Κώδικα αυτοί συνέχισαν να έχουν τη στρατιωτική ιδιότητα. Το άρθρο 142 του Κώδικα αναφέρει τη βαθμολογική αντιστοιχία τους προς τους αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων[30]. Η αρχή της καθολικής εξομοίωσης αποκτά σπουδαιότητα ιδίως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα στρατιωτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται αδικημάτων του κοινού Ποινικού Κώδικα (όπως και ειδικών ποινικών νόμων), τα οποία τέλεσαν στρατιωτικοί[31]. Συναφώς επισημαίνεται ότι έχει προταθεί στο πλαίσιο της αναβάθμισης της στρατιωτικής δικαιοσύνης να χορηγηθεί στα στρατιωτικά δικαστήρια πλήρης ποινική ύλη, με κατάργηση  όλων των περιπτώσεων εξαίρεσης από τη δικαιοδοτική τους αρμοδιότητα, εκτός από αυτές που αφορούν τη συμμετοχή ιδιωτών και  την  τέλεση εξακολουθούντος ή διαρκούς εγκλήματος από πρόσωπο, που μέρος της πράξης τέλεσε ως στρατιωτικός και μέρος αυτής ως ιδιώτης, ή όσες με ειδικούς νόμους υπάγονται στα εφετεία[32].  

Επίλογος

Η ανάλυση της στρατιωτικής δικαιοσύνης ανέδειξε τη σκοπιμότητα για περαιτέρω άνοιγμα ενός περιπετειώδους θεσμού παραδοσιακά κλειστού προς τους ιδιώτες (π.χ. πολιτικώς ενάγοντες) και εν μέρει προς τους δικηγόρους. Είναι αξιοσημείωτο ότι η υφιστάμενη προβληματική στεγανότητα αφορά ακόμη και τα υποψήφια μέλη του δικαστικού σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων.

Επισημαίνεται ότι είναι αναχρονιστική η ένταξη των στελεχών του δικαστικού σώματος των ενόπλων δυνάμεων στο στράτευμα, κατά βαθμολογική αντιστοιχία με τους αξιωματικούς. Η στρατιωτική δικαιοσύνη θα μπορούσε να αναβαθμιστεί κατά το πρότυπο των ανώτατων στρατιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τα οποία έχουν θεσμικά πραγματοποιήσει άνοιγμα προς την ακαδημαϊκή κοινότητα.    

Πρόκληση για το μέλλον αποτελεί το περαιτέρω άνοιγμα των στρατιωτικών δικαστηρίων, όχι απλώς σε συμμόρφωση με τις επιταγές της συνταγματικής  αναθεώρησης αλλά και ευρύτερα[33]. Εξάλλου, αποτελεί έναυσμα περαιτέρω έρευνας  για  τη  συνταγματική επιστήμη η θεμελιώδης αρχή  της ισότητας, κατ’ αναφορά προς άλλες αυτοτελείς αρχές, οι οποίες και αυτές συνδέονται με τη μαθηματικής λογικής απαίτηση για ισότητα. Η ίδια η ιστορία ομιλεί υπέρ αυτής της προσέγγισης[34], με την ισονομία ως αρχέτυπη έκφανση και ονομασία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ωστόσο, και άλλες αρχές αρμόζει να υπαχθούν στο ίδιο ερευνητικό πρίσμα, όπως η ισότητα των λόγων, δηλαδή η μοντέρνα αρχή της αναλογικότητας, και η ισότητα των ομοίων μέσα από τη μηχανισμό της εξομοίωσης, με άλλα λόγια δυνάμει της αρχής της επιείκειας[35]. Ισοτιμία (κλασική έκφανση της ισότητας ή αρχή της ισότητας σε στενή έννοια), Ισονομία (δημοκρατία), Ισότητα των λόγων (αναλογικότητα), Ισότητα των ομοίων (επιείκεια) όχι απλώς αποτελούν ένα πολυσύνθετο σύνολο της γενικής αρχής της ισότητας αλλά και συναντώνται σε διάφορα εξειδικευμένα πεδία. Διαχρονική σταθερά ενός σχετικού πεδίου είναι ο κομβικός χώρος της δικαιοσύνης, τουλάχιστον κατά το μέτρο που τα δικαστήρια συγκροτούνται από λαϊκούς δικαστές (δημοκρατία και επιείκεια).

Μεταφορτώστε τη μελέτη εδώ.

Η ανάλυση της στρατιωτικής δικαιοσύνης ανέδειξε τη σκοπιμότητα για περαιτέρω άνοιγμα ενός περιπετειώδους θεσμού παραδοσιακά κλειστού προς τους ιδιώτες



Source/ Author: Μελέτη | Download Pdf

LATEST POSTS




ethemis map

Προκηρύξεις/ Αγγελίες

Προκηρύξεις, Διαγωνισμοί και Αγγελίες για δικηγόρους, ασκούμενους & νομικούς.

View more
newsroom

ΝΟΜΚΑ ΝΕΑ/      ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

NewsRoom, Νομικά Νέα

View more
ethemis case law

Noμολογία

Σημαντικές δικαστικές αποφάσεις, ιδίως των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας

View more
ethemis case law

Noμοθεσία

Οι νόμοι που έχουν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως

View more
ethemis legal studies

Εκπαιδευτικά           Προγράμματα

Για νομικούς & δικηγόρους από εκπαιδευτικούς φορείς στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

View more
ethemis.gr

EΚΔΗΛΩΣΕΙΣ            ΦΟΡΕΩΝ

Εκδηλώσεις Nομικού Eνδιαφέροντος από ποικίλους θεσμικούς Φορείς

View more
ethemis international news

Διεθνή                      Νέα

Διεθνή Νομικά Νέα και Αρθρογραφία, Νομολογία ΕΔΔΑ και αποφάσεις Διεθνών Δικαστηρίων

View more
ethemis map

Δελτία            Τύπου

Ανακοινώσεις ΔΣΑ, δικαστικών ενώσεων, ανεξάρτητων αρχών, θεσμικών φορέων.

View more
ethemis

Συντακτική            Ομάδα

Η Επιστημονική Ομάδα του Ethemis.gr

View more
ethemis.gr

ΣΥΝΕΔΡΙΑ             ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ             e-ΘΕΜΙΣ

Ο Κατάλογος Συνεδρίων και Εκδηλώσεων που έχει διοργανώσει η Ένωση Ελλήνων Νομικών

View more

newsroom