Άρειος Πάγος (Α2, Πολιτικό), 213/2020, Αντικειμενική Ενέργεια Συμψηφισμού (ΑΚ 491) - Κοινός Τραπεζικός Λογαριασμός

November 17, 2020: Νομολογία


ethemis

Άρειος Πάγος (Α2, Πολιτικό), 213/2020, Αντικειμενική Ενέργεια Συμψηφισμού (ΑΚ 491) - Κοινός Τραπεζικός Λογαριασμός

Στην εξεταζόμενη υπόθεση κατετέθη ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμόν  2092/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών επί τη βάση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και κατ’ επίκληση εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 4 του Ν. 5638/1932, 451 και 491 ΑΚ.

Αρχικά παρατίθεται η μείζονα προκείμενη της απόφασης του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. δ’ στοιχ. Α’ του ΝΔ 118/1973, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα, σε ανοικτό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσότερων από κοινού (joint account) είναι η περιέχουσα τον όρο ότι του λογαριασμού αυτής μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί εξ αυτών, είτε και όλοι οι κατ’ ιδία δικαιούχοι. Η χρηματική κατάθεση επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 411, 489, 490 και 491 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα δύο ή περισσότερων προσώπων ή στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων, σε κοινό λογαριασμό, παράγεται, μεταξύ των καταθετών ή του καταθέτη και τρίτου αφ’ ενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου αφ’ ετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή. Επομένως, καθένας από αυτούς γίνεται δικαιούχος των χρημάτων που κατατέθηκαν και δύναται να τα χρησιμοποιεί χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών και, συνεπώς, χωρίς να είναι αναγκαία η παροχή προς αυτόν πληρεξουσιότητας εκ μέρους τους, αφού ενεργεί στο δικό του όνομα και όχι ως αντιπρόσωπος των άλλων δικαιούχων (άρθρα 211 επ. ΑΚ), η δε καταβολή των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης, έναντι του δέκτη της κατάθεσης, και ως προς τους λοιπούς.

Το ίδιο αποσβεστικό αποτέλεσμα της απαίτησης επάγεται και ο έναντι ενός εκ των καταθετών συμψηφισμός, που προτείνει η τράπεζα, ανταπαίτησής της κατ’ αυτού προς την απαίτηση του τελευταίου εναντίον της, προς καταβολή του ποσού της κατάθεσης, εφ’ όσον και ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, είναι γεγονός που ενεργεί αντικειμενικώς, σύμφωνα με το άρθρο 491 ΑΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 451 ΑΚ δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά ακατάσχετης απαίτησης. “Ακατάσχετες”, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι απαιτήσεις οι οποίες, κατά εξαιρετικό και, επομένως, στενά ερμηνευτέο δίκαιο, εξαιρούνται από την κατάσχεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 982 παρ. 2 εδ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, ή προβλέπονται ευθέως ως τέτοιες (ακατάσχετες) από ειδικές διατάξεις νόμων, διατάξεις, δηλαδή, οι οποίες εκφράζουν σαφή περί του ακατάσχετου επιλογή του νομοθέτη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 του Ν. 5638/1932 “κατάσχεσις της κατάθεσης επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων αύτη τεκμαίρεται αμαχήτως ότι ανήκει εις πάντας τους δικαιούχους κατ’ ίσα μέρη”. Με τη διάταξη αυτή ο νόμος θέλησε να διαιρέσει κατά τρόπο υποχρεωτικό για τους ενδιαφερομένους την κατάθεση σε ίσα μέρη των περισσοτέρων καταθετών και καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ’ ίσα μέρη. Δηλαδή, πριν από την ανάληψη του καταλοίπου του ως άνω λογαριασμού εκείνος ο τρίτος που έχει χρηματική απαίτηση, μάλιστα δε τυχόν τέτοια ίση ή μεγαλύτερη αυτού του καταλοίπου, κατά κάποιου των καταθετών, δικαιούται, προς ικανοποίηση της απαίτησής του, να επιβάλει κατάσχεση επί του καταλοίπου τούτου, τεκμαίρεται όμως αμαχήτως έναντι εκείνου ότι ανήκει σε όλους τους καταθέτες κατ’ ίσα μέρη, και, άρα, δικαιούται εκείνος να επιβάλει την κατάσχεση στο αντίστοιχο μέρος του καταλοίπου που τεκμαίρεται ότι ανήκει στον οφειλέτη καταθέτη, ενώ, βέβαια, το ίδιο κατάλοιπο κατά τα λοιπά μέρη, που διαφεύγει την κατάσχεση, -συμβαίνει δε τούτο όχι διότι το εν λόγω κατάλοιπο κατά τα λοιπά μέρη του έχει καταστεί, σύμφωνα με την υπό συζήτηση διάταξη, ακατάσχετο-, αλλά διότι τούτο, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, τεκμαίρεται ότι δεν ανήκει στην περιουσία του οφειλέτη καταθέτη. Η διάταξη όμως αυτή του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932 αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης κατά το άρθρο 982 ΚΠολΔ και δεν αφορά στην περίπτωση, κατά την οποία η τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της που έχει κατά του ενός των περισσότερων καταθετών εις ολόκληρον συνδανειστών της, αφού ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρον ενοχής. Έτσι, καθ’ όσον αφορά στην απόσβεση με συμψηφισμό, ο εκ μέρους της οφειλέτριας τράπεζας γενόμενος συμψηφισμός με ανταπαίτησή της κατά του ενός συνδικαιούχου επιφέρει απόσβεση της απαίτησης και ως προς τους εις ολόκληρον από τον κοινό λογαριασμό υπόλοιπους δανειστές συνδικαιούχους, ως προς το ποσό που συμψηφίσθηκε, έστω και αν αυτό καλύπτει το σύνολο της κατάθεσης (ΑΠ 1010/2019, ΑΠ 1812/2007).

Στην παρούσα περίπτωση, με την αγωγή τους, οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες εξέθεσαν, πλην άλλων, ότι τηρούσαν στο υποκατάστημα της εναγόμενης-αναιρεσίβλητης τράπεζας, δέκα πέντε (15) κοινούς λογαριασμούς, οι οποίοι εμφάνιζαν συνολικό ποσό κατάθεσης  495.081,95 ευρώ. Ότι οι κοινοί αυτοί λογαριασμοί ανοίχθηκαν κατ’ εντολή τους από τη μη διάδικο Π. Π., σύζυγο του πρώτου, μητέρα της δεύτερης και του τρίτου και γιαγιά της τέταρτης, η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπός τους και τυπικά εμφανιζόταν ως συνδικαιούχος αυτών, αφού τα χρηματικά ποσά που κατέθετε στους λογαριασμούς προέρχονταν από χρήματα που ανήκαν αποκλειστικά στους ίδιους. Ότι η εναγόμενη με έγγραφη δήλωσή της συμψήφισε το ως άνω συνολικό ποσό των καταθέσεων με το ισόποσο τμήμα ληξιπρόθεσμης υπέρτερης χρηματικής ανταπαίτησής της, που είχε κατά της συνδικαιούχου Π. Π., προερχόμενη από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, καταρτισθείσα μεταξύ αυτής (εναγόμενης) και ανώνυμης εταιρίας, την εξόφληση της οποίας, μέχρι του ποσού των 1.300.000 ευρώ, εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης η ως άνω συνδικαιούχος Π.Π , ισχυριζόμενη ότι προέβη στο συμψηφισμό κατ’ ενάσκηση νόμιμου δικαιώματός της. Ότι ο γενόμενος συμψηφισμός, στον οποίο προέβη η εναγόμενη, ήταν άκυρος, αφενός διότι δεν προηγήθηκε εκ μέρους της σχετική δήλωση συμψηφισμού προς αυτούς (ενάγοντες) και αφετέρου διότι κατά παράβαση του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932, σύμφωνα με το οποίο οι τραπεζικοί λογαριασμοί, σε περίπτωση κατασχέσεως, τεκμαίρεται αμάχητα έναντι των κατασχόντων, ότι ανήκουν στους συνδικαιούχους κατ’ ίσα μέρη, δεν επέβαλε την κατάσχεση στο αντίστοιχο μέρος του καταλοίπου, που τεκμαίρεται ότι ανήκει στην Π. Π., αλλά, αντίθετα, συμψήφισε δια κατασχέσεως το σύνολο των καταθέσεων, δηλαδή και το μέρος αυτών, που αμάχητα τεκμαίρεται ότι ανήκει στους ίδιους, οι οποίοι δεν είναι οφειλέτες της. Ότι η ενέργεια της εναγόμενης, η οποία αρνείτο να τους αποδώσει την αναλογία τους επί του ποσού των καταθέσεων των κοινών λογαριασμών, ήταν αντισυμβατική, καθώς επίσης παράνομη και καταχρηστική, ως αντικείμενη στις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, διότι με σκοπό να τους προκαλέσει ζημία προέβη αυθαίρετα σε συμψηφισμό του συνολικού ποσού των καταθέσεων των κοινών λογαριασμών χωρίς να τους ενημερώσει προσηκόντως και να προβεί σε σχετική δήλωση (συμψηφισμού) προς αυτούς και, περαιτέρω, διότι αφενός γνώριζε ότι η φερόμενη ως συνδικαιούχος Π. Π. δεν είχε ουσιαστικό δικαίωμα στις καταθέσεις των κοινών λογαριασμών, αλλά η συμμετοχή της σ’ αυτούς ήταν τυπική και αφετέρου ότι με βάση το Ν. 5638/1932 δεν είχε νόμιμο δικαίωμα να συμψηφίσει το τμήμα εκείνο των καταθέσεων των κοινών λογαριασμών, το οποίο τεκμαίρεται αμάχητα ότι τους ανήκε και, τέλος, ότι από την προεκτεθείσα συμπεριφορά της εναγόμενης προσεβλήθη παράνομα και υπαίτια η προσωπικότητά τους.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ως προς την πρώτη κύρια βάση της, την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, δεν ήταν νόμιμη, αφού, το τεκμήριο του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932 ότι η κατάθεση κοινού τραπεζικού λογαριασμού ανήκει στους συνδικαιούχους κατά ίσα μέρη αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης, κατά το άρθρο 982 του ΚΠολΔ, και δεν αφορά την περίπτωση, κατά την οποία η τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της, την οποία έχει κατά του ενός των περισσότερων καταθετών εις ολόκληρον συνδανειστών της, αφού ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς, ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρο ενοχής και, συνεπώς, στην ερευνώμενη περίπτωση, ο συμψηφισμός στον οποίο προέβη η εναγόμενη τράπεζα για ανταπαίτησή της, που διατηρούσε κατά της συνδικαιούχου (Π. Π.) των επίδικων τραπεζικών κοινών λογαριασμών, επέφερε απόσβεση της απαίτησης των υπόλοιπων συνδικαιούχων κατ’ αυτής (εναγόμενης) ως προς το συμψηφισθέν ποσό, έστω και αν αυτό κάλυπτε το σύνολο των καταθέσεων αυτών (κοινών λογαριασμών) και, επομένως, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να αναζητήσουν από την εναγόμενη τράπεζα την απόδοση του τμήματος των καταθέσεων των λογαριασμών, που αναλογούσε στους ίδιους.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ’ αριθμ. 2893/2015 οριστική απόφασή του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, ως προς το αίτημα της αναγνωρίσεως της ακυρότητας της περί συμψηφισμού δηλώσεως της εναγόμενης τράπεζας ερειδόμενο επί των ανωτέρω λόγων, έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά τα λοιπά και, στη συνέχεια, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επί της ασκηθείσης κατά της παραπάνω απόφασης έφεσης από τους ηττηθέντες ενάγοντες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, αφού έκρινε ότι η έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, ως προς το αίτημα της αναγνωρίσεως της ακυρότητας της περί συμψηφισμού δηλώσεως της εναγόμενης τράπεζας ερειδόμενο επί των ανωτέρω λόγων, καθώς και ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, κατά την επιχειρούμενη θεμελίωση της πρώτης κύριας βάσης της στις διατάξεις περί ανωμάλου παρακαταθήκης, στη συνέχεια, και με το σκεπτικό ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δυνάμενο να εξετάσει οίκοθεν το νόμω βάσιμο, ορισμένο ή παραδεκτό αυτής και να την απορρίψει όταν ο ενάγων εκκαλεί την πρωτόδικη απόφαση παραπονούμενος για την κατ’ ουσίαν απόρριψή της, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το σκέλος εκείνο, που έκρινε νόμιμη την αγωγή, ως προς την πρώτη κύρια βάσης της (κατά την επιχειρούμενη θεμελίωση αυτής στις διατάξεις περί ανωμάλου παρακαταθήκης) και, στη συνέχεια, την απέρριψε ως μη νόμιμη, ακολούθως δε, αφού έκρινε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε νόμιμη την αγωγή, ως προς τη δεύτερη κύρια βάσης της, κατά τη θεμελίωσή της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, στη συνέχεια, την απέρριψε κατά το σκέλος αυτό, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Καταληκτικά, σύμφωνα με το διατακτικό της εξεταζόμενης απόφασης του Αρείου Πάγου, η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σκέλος εκείνο, που έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, ως προς την επιχειρούμενη θεμελίωση της πρώτης κύριας βάσης της στις διατάξεις περί ανωμάλου παρακαταθήκης, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 του Ν. 5638/1932, 451 και 491 ΑΚ. Επί τη βάση του ως άνω παρατιθέμενου δικανικού συλλογισμού, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ εκρίθη αβάσιμος από το Δικαστήριο.

Ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς, ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρο ενοχής

Επιμέλεια: Ιωάννης Κοντούλης/ Επιστημονικός Συνεργάτης e-Θεμις



Πηγή: www.areiospagos.gr
LATEST POSTS



ethemis map

Προκηρύξεις/ Αγγελίες

Προκηρύξεις, Διαγωνισμοί και Αγγελίες για δικηγόρους, ασκούμενους & νομικούς.

View more
newsroom

ΝΟΜΚΑ ΝΕΑ/      ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

NewsRoom, Νομικά Νέα

View more
ethemis case law

Noμολογία

Σημαντικές δικαστικές αποφάσεις, ιδίως των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας

View more
ethemis case law

Noμοθεσία

Οι νόμοι που έχουν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως

View more
ethemis legal studies

Εκπαιδευτικά           Προγράμματα

Για νομικούς & δικηγόρους από εκπαιδευτικούς φορείς στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

View more
ethemis.gr

EΚΔΗΛΩΣΕΙΣ            ΦΟΡΕΩΝ

Εκδηλώσεις Nομικού Eνδιαφέροντος από ποικίλους θεσμικούς Φορείς

View more
ethemis international news

Διεθνή                      Νέα

Διεθνή Νομικά Νέα και Αρθρογραφία, Νομολογία ΕΔΔΑ και αποφάσεις Διεθνών Δικαστηρίων

View more
ethemis map

Δελτία            Τύπου

Ανακοινώσεις ΔΣΑ, δικαστικών ενώσεων, ανεξάρτητων αρχών, θεσμικών φορέων.

View more
ethemis

Συντακτική            Ομάδα

Η Επιστημονική Ομάδα του Ethemis.gr

View more
ethemis.gr

ΣΥΝΕΔΡΙΑ             ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ             e-ΘΕΜΙΣ

Ο Κατάλογος Συνεδρίων και Εκδηλώσεων που έχει διοργανώσει η Ένωση Ελλήνων Νομικών

View more

newsroom