Δικαιοσύνη
Τι είναι το περίφημο άρθρο 99 (που ζήτησαν υπαγωγή η Απογευματινή, τα Ατλάντικ, κ.ά.)
από Δημήτρης Αναστασόπουλος Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου, 2010 15:06 | 0 σχόλια
από e-themis.gr Με το νέο Πτωχευτικό Κώδικα (ν. 3588/2007), και συγκεκριμένα με τα άρθρα του 99-106, εισήχθη η «διαδικασία συνδιαλλαγής», ως ένα από τα πλέον κρίσιμα μέτρα (σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στην έκθεση της συντακτικής επιτροπής) για τη διάσωση επιχειρήσεων σε προπτωχευτικό επίπεδο. Αν και για πρώτη φορά θεσπίζεται διαδικασία συνδιαλλαγής στο ελληνικό δίκαιο, η ιδέα της συμφωνίας των πιστωτών προς το σκοπό της διάσωσης μιας επιχείρησης η οποία βρίσκεται στα πρόθυρα της πτώχευσης υπήρχε εδώ και δύο δεκαετίες στο νομικό μας σύστημα, με τα άρθρα 44-45 του ν. 1892/1990, με τα οποία ρυθμιζόταν ο αντίστοιχος θεσμός της οικειοθελούς, μέσω συμφωνίας πιστωτών και οφειλέτριας επιχείρησης, ρύθμισης και περιορισμού των χρεών της, ρητά καταργήθηκε με το άρθρο 181 του νέου Πτωχευτικού Κώδικα.
Η χρησιμότητα της διαδικασίας συνδιαλλαγής είναι αναμφισβήτητη, καθώς δίνει την ευκαιρία να συνεχίσουν τη δραστηριότητές τους επιχειρήσεις που σε διαφορετική περίπτωση θα έκλειναν με αποτέλεσμα τη ζημία όχι μόνο του επιχειρηματία και των εργαζομένων, αλλά και (αρκετές φορές) προς ζημία και των βασικών τους προμηθευτών, οι οποίοι κατά κανόνα δεν θα εισέπρατταν ποτέ τις απαιτήσεις τους. Αξίζει μάλιστα να αναφερθεί το γεγονός ότι με βάση στατιστικές οι οποίες έλαβαν χώρα στο εξωτερικό, ο επιχειρηματίας στον οποίο δίδεται μια «δεύτερη ευκαιρία» ενεργεί πλέον με περισσότερη σύνεση και κατά κανόνα η δεύτερη αυτή προσπάθειά του είναι πιο επιτυχημένη από την πρώτη. Καταλαβαίνει, όμως, κανείς πόσο δύσκολο είναι να ενταχθεί στην κουλτούρα ενός δικομανούς λαού, η λογική της συνδιαλλαγής, παρά τα αναμφισβήτητα πλεονεκτήματά της. Και βασική προϋπόθεση για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, είναι να αποκτηθεί εμπιστοσύνη στο κύρος της διαδικασίας, να πειστεί ο μέσος δικηγόρος και ο μέσος επιχειρηματίας ότι οι αιτήσεις συνδιαλλαγής μπορούν να οδηγήσουν στο αποτέλεσμα που επιδιώκει ο νομοθέτης.
Δυστυχώς όμως στην πράξη αποδεικνύεται ότι η διαδικασία συνδιαλλαγής χρησιμοποιείται συνήθως προς εξυπηρέτηση σκοπών ξένων προς τη διάσωση της επιχείρησης, συχνά δε προς εξυπηρέτηση σκοπών ποινικά κολάσιμων (π.χ. καταδολίευση πιστωτών). Και αυτή η κατάχρηση με την πάροδο του χρόνου εξευτέλισε (ή τουλάχιστον απειλεί να εξευτελίσει) τον ίδιο το θεσμό της συνδιαλλαγής, απειλώντας να αφαιρέσει από αυτόν κάθε αξιοπιστία και συνεπώς να υπάρχει ο κίνδυνος να καταστεί γάγγραινα για τις επιχειρήσεις και για τη δικαιοσύνη και να κριθεί απολύτως αναγκαία ακόμα και η κατάργησή του. Είναι χαρακτηριστικό ότι με βάση όσες πρόχειρες στατιστικές έχουν έως σήμερα λάβει χώρα, είναι εκατοντάδες ή και χιλιάδες οι αιτήσεις συνδιαλλαγής που έγιναν προς το σκοπό της επίτευξης της προσωρινής διαταγής και μετά βάλτωσαν, ενώ αντιθέτως οι διαδικασίες συνδιαλλαγής που έχουν επικυρωθεί από Ελληνικά Δικαστήρια μετρούνται στα δάκτυλα και δεν γνωρίζω εάν υπάρχει έως και σήμερα έστω και μία περίπτωση που η διαδικασία συνδιαλλαγής να εφαρμόστηκε πιστά και να οδήγησε στην εξυγίανση της επιχείρησης και την αποπληρωμή των χρεών της..
Ευτυχώς, ο νομοθέτης έχει ήδη αρχίσει να ανταποκρίνεται στην ανάγκη δημιουργίας δικλείδων ασφαλείας, προς αποτροπή του εν λόγω φαινομένου. Έτσι το καθεστώς του νέου πτωχευτικού κώδικα έχει περιορίσει σε κάποιο βαθμό τη δυνατότητα κατάχρησης του θεσμού. Ειδικότερα:
Α) Ενώ σύμφωνα με την παλαιότερη διάταξη του άρθρου 44 του ν. 1892/1990 η συμφωνία της πλειοψηφίας των πιστωτών δέσμευε και τη μειοψηφία, η οποία ήταν πλέον υποχρεωμένη να αποδεχθεί την μείωση (στην πράξη σχεδόν τον εκμηδενισμό) των απαιτήσεών της, σύμφωνα με το άρθρο 104 παρ. 1 περ ζ, του ν. 3588/2007 ορίστηκε ότι η συμφωνία δεσμεύει μόνο τον οφειλέτη και τους πιστωτές που την υπέγραψαν.
Β) Επίσης, με το παλαιότερο καθεστώς από την επομένη της υποβολής στο Εφετείο της αίτησης για τη θέση της επιχείρησης υπό εκκαθάριση απαγορευόταν άνευ ετέρου η αναγκαστική εκτέλεση, η λήψη παντός ασφαλιστικού μέτρου και η κήρυξη της πτώχευσης. Στην πράξη η διάταξη αυτή είχε οδηγήσει στον παραλογισμό να εκδικάζεται τη μία ημέρα μία αίτηση υπαγωγή στο ν. 1892/1990, να παρεμβαίνουν (όταν τύχαινε να το πληροφορηθούν) κάποιοι πιστωτές προς απόρριψη της αίτησης και αμέσως την επόμενη ημέρα της δικασίμου και (φυσικά) προτού εκδοθεί απόφαση, να κατατίθεται και πάλι η ίδια αίτηση προς συζήτηση και αυτό να γίνεται συνεχώς για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ασχέτως του εάν θα ήταν βέβαιη η απόρριψή της και μόνη η ύπαρξή της αρκούσε για τη διασφάλιση του οφειλέτη ότι δεν θα υποστεί αναγκαστική εκτέλεση, αφού ο δικαστικός επιμελητής όταν έβλεπε μία αίτηση για υπαγωγή στο άρθρο 44 με μελλοντική δικάσιμο ήταν υποχρεωμένος να αποχωρήσει άπραγος.
Σύμφωνα με το ισχύον σήμερα καθεστώς είναι μεν δυνατή η έκδοση προσωρινής διαταγής που να απαγορεύει τη λήψη κάθε μέτρου ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, όμως «Προσωρινή διαταγή, η έκδοση της οποίας, μετά την υποβολή της αίτησης, ήταν αναγκαία κατά την κρίση του δικαστηρίου, παύει αυτοδικαίως να ισχύει, σε κάθε περίπτωση, μετά πάροδο δύο (2) μηνών από την έκδοση της, απαγορευόμενης της παράτασης ισχύος της» (άρθρο 99 παρ. 4 ν. 3588/2007, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 35 παρ. 1 ν. 3858/2010.
Προς τον ίδιο σκοπό τείνει και η διάταξη του άρθρου 100 του πτωχευτικού κώδικα, σύμφωνα με την οποία ο μεσολαβητής θα πρέπει να ολοκληρώσει τις εργασίες του το αργότερο εντός δύο μηνών με δυνατότητα χορήγησης παράτασης ακόμα ενός μήνα, ήτοι εντός τριμήνου. Βέβαια, το τρίμηνο δεν είναι δυνατόν να τηρηθεί στην πράξη, αφού όταν η αίτηση για τη χορήγηση παράτασης κατατεθεί στη λήξη σχεδόν του διμήνου, μέχρι να οριστεί δικάσιμος και να εκδοθεί απόφαση μεσολαβεί χρονικό διάστημα σαφώς μεγαλύτερο του μήνα. Σε κάθε περίπτωση όμως τίθεται ένα (σύντομο) χρονικό όριο εντός του οποίου θα πρέπει να καταλήξει η μεσολάβηση σε ένα αποτέλεσμα, άλλως οι δανειστές δεν έχουν κανένα εμπόδιο να συνεχίσουν την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων τους.
Γ) Ενώ σύμφωνα με το παλαιότερο καθεστώς ήταν δυνατή η άνιση μεταχείριση των πιστωτών, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 2 περ. γ του ν. 3588/2007 το Δικαστήριο οφείλει να απορρίψει την συμφωνία συνδιαλλαγής αν θίγονται τα συμφέροντα των πιστωτών που δεν υπέγραψαν τη συμφωνία.
Θα μπορούσαν, όμως, να εισαχθούν πολλές ακόμα ασφαλιστικές δικλείδες τέτοιες που να δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο τη χρήση της διαδικασίας συνδιαλλαγής με σκοπό την καταδολίευση των πιστωτών και κατά συνέπεια, μεσοπρόθεσμα, θα αύξαναν την αξιοπιστία της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Έτσι, η διαδικασία συνδιαλλαγής θα μπορούσε να εφαρμοστεί προς το σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε και να οδηγήσει πράγματι στην ανάκαμψη επιχειρήσεων προς όφελος και των πιστωτών τους.
1) Καλό θα ήταν, ο οφειλέτης να έχει την υποχρέωση να προσκομίσει στο Δικαστήριο εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από την άσκηση της αίτησής του (και σαφώς πολύ πριν την εκδίκαση αυτής) όλα τα έγγραφα που έχει σχετικά με την περιουσία του, τα εισοδήματά του, τους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους. Έτσι, θα μπορούσαν να ελεγχθεί καλύτερα η γνησιότητα των απαιτήσεων και να δυσχερανθεί η αρκετά συνηθισμένη στην πράξη παρουσίαση εικονικών υποχρεώσεων προς πρόσωπα τα οποία συμφωνούν εν συνεχεία στην «περιστολή» των απαιτήσεών τους, ώστε με τρόπο πλαστό να επιτευχθεί η από το νόμο αναγκαία πλειοψηφία. Αν δεν περιληφθεί στην κατάσταση αυτή πιστωτής, ψη απαίτησή του να μην υπολογίζεται στα σημεία εκείνα που θα ήταν υπέρ του οφειλέτη (π.χ. στην εξασφάλιση του αναγκαίου ποσοστού εφόσον συμφωνεί) αλλά να υπολογίζεται στα σημεία εκείνα που είναι κατά του οφειλέτη (π.χ. να υπολογίζεται στη διαμόρφωση του ποσοστού τυχόν αρνητική ψήφος του). Παράλληλα θα υπήρχε περισσότερος χρόνος προς διαπραγμάτευση αφού αυτή δεν θα ξεκινούσε όταν ο μεσολαβητής θα πλησίαζε τον κάθε πιστωτή, αλλά ήδη από το χρόνο της άσκησης της αίτησης.
2) Ο οφειλέτης να υποχρεούται να κοινοποιήσει την αίτησή του σε όλους τους πιστωτές του, ώστε να μπορούν να παρέμβουν στο Δικαστήριο και να εκφέρουν τις απόψεις τους επί της βασιμότητας και της σκοπιμότητας της κρινόμενης κάθε φορά αίτησης.
3) Οι πιστωτές να μπορούν να προτείνουν (εντός κάποιας εύλογης προθεσμίας και πάντως πριν την πρώτη εξέταση της αίτησης) αιτιολογημένες τροποποιήσεις του σχεδίου, επί των οποίων να κρίνει το Δικαστήριο.
4) Τα πρόσωπα που διοικούν την εταιρεία και οι εγγυητές να υποχρεούνται να αναφέρουν τόσο τα ατομικά τους περιουσιακά στοιχεία όσο και τις μεταβιβάσεις περιουσιακών τους στοιχείων οι οποίες έλαβαν χώρα την τελευταία διετία.
5) Οι μέτοχοι ή και τα πρόσωπα που διοικούν την εταιρεία να υποχρεούνται (εφόσον προκύπτει ότι έχουν τη δυνατότητα) σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου (του οποίου το ύψος θα κυμαίνεται ανάλογα με την περίπτωση). Εναλλακτικά θα μπορούσαν κατά περίπτωση να υποχρεωθούν σε παροχή επιπλέον εγγυήσεων επί της ατομικής τους περιουσίας προς τους πιστωτές, ή έστω προς τους πιστωτές που θα χρηματοδοτήσουν (σε χρήμα, σε προϊόν ή σε εργασία) τον οφειλέτη για να εξασφαλιστεί η συνέχιση της δραστηριότητάς του και η εφαρμογή της συμφωνίας, άλλως να απορρίπτεται η αίτηση. Άλλωστε δεν είναι δυνατόν να απαιτεί κανείς από τους πιστωτές του να κάνουν θυσίες, να μειώσουν το ύψος των απαιτήσεών τους και να παρατείνουν το χρόνο αποπληρωμής, χωρίς αυτός να αναλαμβάνει κανένα απολύτως ρίσκο σε περίπτωση αποτυχίας της όλης προσπάθειας
Έτσι όπως είναι διαμορφωμένο σήμερα το καθεστώς της συνδιαλλαγής, ο οφειλέτης (ακόμα και αν έχει τις καλύτερες προθέσεις) είναι ο μόνος που βγαίνει στα σίγουρα ωφελημένος από το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, αφού θα έχει κερδίσει τουλάχιστον χρόνο. Αν όμως πιστεύει πραγματικά στην επιτυχία της συνδιαλλαγής και προσφέρει άμεσα ή έμμεσα μέρος της ατομικής του περιουσίας στην εταιρεία του προκειμένου αυτή να εξυγιανθεί, θα έχει κάθε λόγο να ενεργεί προς το σκοπό της εξυγίανσης της εταιρείας, ή τουλάχιστον η υποχρέωσή του να συνεισφέρει με νέα περιουσιακά στοιχεία υπέρ του σκοπού της εξυγίανσης αποδυναμώνει τον κίνδυνο να γίνεται η αίτηση συνδιαλλαγής καταχρηστικά.
6) Αντιστρόφως των όσων ορίζει σήμερα το άρθρο 104 παρ. 1 περ. γ, να είναι κατ’ αρχάς απαγορευμένη η απομάκρυνση ή εκποίηση πάγιων ή άυλων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, εκτός και αν αυτό έχει ενταχθεί στη συμφωνία εξυγίανσης ή εάν σε αυτό συναινεί εγγράφως η πλειοψηφία των πιστωτών και εφόσον το τίμημα της πώλησης καταβληθεί απευθείας στους πιστωτές ή προς διενέργεια επενδύσεων που η πλειοψηφία των πιστωτών να εγκρίνει ως σύμφωνες με το σχέδιο εξυγίανσης. Φυσικά, θα πρέπει οι τρίτοι να μπορούν μέσω δημοσίου πιστοποιητικού να πληροφορηθούν την ύπαρξη της εν λόγω δέσμευσης, κάτι που θα μπορούσε να γίνει με τον ίδιο τρόπο που σήμερα εκδίδονται πιστοποιητικά περί μη πτώχευσης.
Οι περισσότερες από τις ανωτέρω προτάσεις υπάρχουν ήδη στο δικαιικό μας σύστημα και συγκεκριμένα στο ν. 3869/2010 και θα μπορούσε η μεταφορά τους στο δίκαιο της εξυγίανσης εταιρειών να συνεισφέρει σημαντικά στην βελτίωση της αξιοπιστίας του θεσμού της διαμεσολάβησης, αξιοπιστία που είναι απολύτως αναγκαίο να αποκατασταθεί προκειμένου να επιτύχει ο θεσμός αυτός τους στόχους για τους οποίους θεσπίστηκε.
Οι ρυθμίσεις αυτές οι οποίες είναι πράγματι ιδιαιτέρως περιοριστικές για τον οφειλέτη, όχι όμως και υπέρμετρα επώδυνες για εκείνο τον οφειλέτη ο οποίος πράγματι επιθυμεί την εξυγίανση, θα μπορούσαν να συμπληρωθούν και να αντισταθμιστούν από πρόσθετα μέτρα, ευνοϊκά για τον οφειλέτη όπως αύξηση του χρόνου αποπληρωμής και πέραν της 4ετίας, αν σε αυτό συμφωνεί η πλειοψηφία των πιστωτών, η παροχή δυνατότητας παράτασης του χρόνου αποπληρωμής και με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ πιστωτών και επιχείρησης, η δυνατότητα τροποποίησης του σχεδίου αναδιοργάνωσης με τρόπο ευνοϊκότερο για τον οφειλέτη αν αυτός υπερκαλύπτει τους τεθέντες στόχους, ή αν υπάρξει μεταβολή των πραγματικών δεδομένων (ΑΚ 388) κλπ
Παράλληλα, θα έπρεπε ίσως να εξεταστεί και το ενδεχόμενο της χορήγησης (μη χρηματικών φυσικά) κινήτρων προς τους πιστωτές για να συναινέσουν στην σύναψη και εφαρμογή συμφωνίας συνδιαλλαγής η οποία μπορεί να περιορίσει τις απαιτήσεις τους ακόμα και στο 20% (όταν μόνο ο ΦΠΑ που αυτοί έχουν προκαταβάλλει είναι 23%). Ένα τέτοιο κίνητρο θα μπορούσε να είναι για παράδειγμα η συνεκτίμηση της ενέργειάς τους αυτής σε περίπτωση που και αυτοί χρειαστεί να υπαχθούν στο μέλλον σε καθεστώς συνδιαλλαγής.
Συμπερασματικά, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι εάν ληφθούν μέτρα που να παρεμποδίζουν αποτελεσματικά την καταχρηστική χρήση της διαδικασίας συνδιαλλαγής και να διασφαλίζουν ότι αυτή χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό της διάσωσης υπερχρεωμένων αλλά βιώσιμων εταιρειών (και με δεδομένη την ιδιαίτερη βραδύτητα της απονομής δικαιοσύνης) θα αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των περιπτώσεων που πιστωτές και οφειλέτης θα προσέρχονται σε έναν καλόπιστο διάλογο και συνεπώς θα βελτιωθούν σημαντικά και τα ποσοστά επιτυχίας των αιτήσεων και των συμφωνιών εξυγίανσης.
Δημητρακόπουλος Αλέξιος
0 σχόλια
Πρέπει να είστε συνδεδεμένος να στείλετε ένα σχόλιο.











Loading...




