Δίκαιο Πληροφορικής / Διαδίκτυο

May 05, 2017: Ευαγγελία Βαγενά : Απόρριψη αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για διακοπή παροχής πρόσβασης σε πειρατικές ιστοσελίδες

internet


Ευαγγελία Βαγενά : Απόρριψη αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για διακοπή παροχής πρόσβασης σε πειρατικές ιστοσελίδες

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ Μ.ΠΡ.ΑΘ 13478/2014:
 Η απόφαση απέρριψε αίτηση οργανισμών συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή και συγγενικών δικαιωμάτων κατά των παρόχων υπηρεσιών σύνδεσης στο διαδίκτυο για λήψη ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου να υποχρεωθούν οι καθ’ού να λάβουν τα κατάλληλα τεχνολογικά μέτρα ώστε : α) να καταστεί η πρόσβαση των συνδρομητών τους στις επίμαχες ιστοσελίδες μέσω των οποίων κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων λαμβάνει χώρα προσβολή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή β) να καταστεί αδύνατη η τηλεφόρτωση των μουσικών έργων μέσω των ιστοσελίδων αυτών ή γ) να παρεμβληθούν στις διαδικασίες δρομολόγησης αιτημάτων των συνδρομητών τους προς τις επίμαχες ιστοσελίδες μέσω της εγκατάστασης από το προσωπικό διαχείρισης των δικτύων τους των σχετικών ρητών οδηγιών στους δρομολογητές των δικτύων με σκοπό τη διακοπή της πρόσβασης στη συγκεκριμένη διεύθυνση διαδικτύου ή δ) να λάβουν κάθε κατάλληλο τεχνολογικό μέτρο που θα έχει ως αποτέλεσμα την άρση των προσβολών αυτών.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Είναι η δεύτερη φορά που δικαστήριο στη χώρα μας καλείται να διατάξει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων βάσει του α. 64 Α ν. 2121/1993 προκειμένου να διακοπεί η παροχή πρόσβασης σε ιστοσελίδες με βασικό τους περιεχόμενο έργα προστατευόμενα με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας τα οποία καθίστανται προσιτά στο κοινό χωρίς την άδεια των δικαιούχων προστασίας. Πριν από τρία περίπου χρόνια, το 2012, βάσει της απόφασης ΜΠρΑθ 4658/2012 διατάχθηκε για πρώτη φορά η λήψη τεχνολογικών μέτρων παρεμπόδισης της πρόσβασης χρηστών σε ιστοσελίδες μέσω των οποίων διακινούνται παράνομα ψηφιακά έργα με ένα διεξοδικό σκεπτικό και εκτενώς αιτιολογημένο διατακτικό.
Το ζήτημα της ευθύνης των παρόχων και των μέτρων που μπορούν να διαταχθούν να λάβουν προκειμένου για την άρση ή παράλειψη προσβολής δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ρυθμίζεται από διατάξεις που έχουν υιοθετηθεί βάσει εναρμόνισης αντίστοιχων ρυθμίσεων οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπάρχει ήδη πλούσια νομολογία του ΔΕΕ επί παρόμοιων υποθέσεων  στις οποίες οφείλουμε να παραπέμψουμε χάριν ερμηνευτικής πληρότητας και ορθότητας.
Στη σχολιαζόμενη υπόθεση το αίτημα διακοπής της παροχής πρόσβασης στις επίμαχες ιστοσελίδες απορρίφθηκε και αξίζει να δούμε τα κρίσιμα σημεία του σκεπτικού της απόφασης.

Καταρχήν, το δικαστήριο έκρινε ότι οι καθού πάροχοι δεν υπέχουν ευθύνη σύμφωνα με το άρθρο 11 ΠΔ 131/2003 δεδομένου ότι κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν αποδεικνύεται «πραγματική γνώση» της παράνομης δραστηριότητας η οποία απαιτεί τουλάχιστον άμεσο δόλο β’ βαθμού . Στην προκείμενη περίπτωση όμως οι αιτούντες οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης στράφηκαν εναντίων των καθού εταιριών λόγω της δραστηριότητάς τους να παρέχουν σύνδεση, πρόσβαση στο διαδίκτυο και ειδικότερα στις επίμαχες διευθύνσεις και όχι επειδή παρείχαν υπηρεσίες φιλοξενίας σε αυτές. Για την διακοπή της παροχής πρόσβασης δεν υφίσταται νομοθετική απαίτηση για πραγματική γνώση του παρόχου προκειμένου να ληφθούν μέτρα που θα αποσκοπούν στην παύση ή πρόληψη της παράβασης. Για την ακρίβεια η παράγραφος 3 του άρθρου 11 ΠΔ 131/2003 δίνει τη δυνατότητα σε διοικητική ή δικαστική αρχή να διατάξει έναν φορέα παροχής πρόσβασης, όπως είναι οι καθού εν προκειμένω, να λάβει μέτρα για την παύση ή την πρόληψη μιας παράβασης ανεξάρτητα από το αν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ευθύνη ο ίδιος. Στην ίδια λογική κινείται και το άρθρο 64Α του ν. 2121/1993. Δεν τίθεται ζήτημα ευθύνης των παρόχων σε αυτές τις περιπτώσεις καθώς δεν κατηγορούνται για κάποια προσβολή οι ίδιοι ούτε αναζητά κανείς αποζημίωση από αυτούς. Λόγω του καίριου ρόλου τους ζητείται μόνο να συμβάλουν στην αποτροπή της προσβολής που λαμβάνει χώρα μέσω των υπηρεσιών τους χωρίς να ευθύνονται εκείνοι καταρχήν για την τοποθέτηση και ευρύτερη δημοσίευση του επίμαχου περιεχομένου.
Έπειτα, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα αιτούμενα ασφαλιστικά μέτρα προσκρούουν στο άρθρο 14 ΠΔ 131/2003 ιδίως γιατί βάσει αυτών θα καταλήγουν οι πάροχοι να φέρουν το βάρος της γενικευμένης παρακολούθησης όλων των μεταδιδόμενων πληροφοριών και να πραγματοποιούν παράλληλα προληπτικό έλεγχο αυτών, δραστηριότητα που απαγορεύεται. ΤΟ ΔΕΕ έχει ήδη αποφανθεί πολλάκις επί της έννοιας του άρθρου 15 παρ. 1 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο (ενσωμάτωση της οποίας αποτελεί η ρύθμιση του α. 14 ΠΔ 131/2003) και της απαγόρευσης γενικευμένης παρακολούθησης. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση L’Oréal  ;έκρινε ότι όπως προκύπτει από το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/48, τα απαιτούμενα από τον πάροχο της υπηρεσίας μέσω Διαδικτύου μέτρα δεν μπορούν να συνίστανται σε ενεργό επιτήρηση του συνόλου των δεδομένων ενός εκάστου των πελατών του προκειμένου να προλαμβάνεται οποιαδήποτε μελλοντική προσβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας μέσω του ιστοτόπου του εν λόγω παρόχου (αιτ. σκ 139). Στην υπόθεση Scarlet  το ΔΕΕ έκρινε ότι ότι «η εκδοθείσα σε βάρος του εμπλεκόμενου ΦΠΠΔ  (σ.σ.: φορέα παροχής πρόσβασης στο διαδίκτυο) διαταγή να θέσει σε λειτουργία το επίδικο σύστημα χρήσεως φίλτρου τον υποχρεώνει σε ενεργό επιτήρηση του συνόλου των δεδομένων που αφορούν το σύνολο των πελατών του προκειμένου να αποτραπεί ενδεχόμενη μελλοντική προσβολή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Επομένως, η εν λόγω διαταγή επιβάλλει στον ως άνω ΦΠΠΔ υποχρέωση γενικής επιτηρήσεως την οποία απαγορεύει το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31» (αιτ. σκ. 40). Σε όλες όμως αυτές τις υποθέσεις επρόκειτο για συστήματα προληπτικής προστασίας δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας για ενδεχόμενες μελλοντικές προσβολές, δεν επρόκειτο (όπως εν προκειμένω) για εκδίκαση αιτήματος διακοπής παροχής πρόσβασης σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες που αποδεδειγμένα πρόσβαλαν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Η αρχή της απαγόρευσης της γενικευμένης επιτήρησης συνεπώς έχει βαθιές ρίζες στο δίκαιο της ΕΕ και υπογραμμίζεται και από τη νομολογία του ΔΕΕ. Επιτρέπονται ωστόσο και επιβάλλονται συγκεκριμένες υποχρεώσεις επιτήρησης όπως προβλέπεται και στην αιτιολογική σκέψη 47 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο σύμφωνα με την οποία ναι μεν τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλουν γενική υποχρέωση ελέγχου στους φορείς παροχής υπηρεσιών αλλά αυτό δεν αφορά τις υποχρεώσεις ελέγχου σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, και ειδικότερα δεν θίγει τυχόν εντολές των εθνικών αρχών σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Στην ίδια κατεύθυνση το ΔΕΕ έκρινε συγκεκριμένα επί αιτήματος διακοπής της παροχής πρόσβασης στην υπόθεση Telekabel ότι μπορεί να διαταχθεί νόμιμα η διακοπή παροχής της πρόσβασης σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες που προσβάλουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας με μέτρα που θα λάβει ένας πάροχος επειδή σύμφωνα με το Δικαστήριο «τα αναγνωριζόμενα από το δίκαιο της Ένωσης θεμελιώδη δικαιώματα έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε επιβαλλόμενη με δικαστική διάταξη σε φορέα παροχής διαδικτυακής προσβάσεως απαγόρευση να παρέχει στους πελάτες του πρόσβαση σε ιστότοπο ο οποίος θέτει στο διαδίκτυο προστατευόμενα αντικείμενα χωρίς τη συγκατάθεση των δικαιούχων».
Ταυτόχρονα, τα αιτούμενα ασφαλιστικά μέτρα κρίθηκαν ότι συνιστούν περιορισμούς των ακόλουθων δικαιωμάτων οι οποίοι δεν είναι συμβατοί με την αρχή της αναλογικότητας και το απεριόριστο των ακόλουθων : α) της ελευθερίας της πληροφόρησης (α. 5α παρ. 1 Σ), β) του δικαιώματος συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας (α. 5 α παρ. 2 Σ), γ) του δικαιώματός προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση των προσωπικών δεδομένων (α. 9 Σ) και δ) του απορρήτου της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας (α. 19Σ) καθώς μέσω αυτών κατά την κρίση του Δικαστηρίου καταστέλλονται αδιακρίτως όχι μόνο παράνομες αλλά και νόμιμες πράξεις και (τα αιτούμενα ασφαλιστικά μέτρα) δεν πληρούν τα κριτήρια της αναγκαιότητας και καταλληλόλητας για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
Είναι γνωστό ότι καταρχήν η πνευματική ιδιοκτησία και η ελευθερία της έκφρασης, έκφανση της οποίας αποτελεί η ελευθερία πληροφόρησης, επί χρόνια θεωρούνταν συμπληρωματικά δικαιώματα  και χαρακτηρίζονται ως «δύο όψεις του ίδιου νομίσματος» . Ο νομοθέτης έχει ήδη προνοήσει να θεσμοθετήσει περιορισμούς οι οποίοι εξασφαλίζουν την πρόσβαση του κοινού στην πληροφορία που μπορεί να συνδέεται με ένα έργο. Η ελευθερία έκφρασης συμφιλιώνεται με τα υπόλοιπα δικαιώματα στην 2η παράγραφο του άρθρου 10 του πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με την οποία  «η άσκηση των ελευθεριών αυτών, […] δύναται να υπαχθεί σε […] περιορισμούς […], οι οποίοι προβλέπονται από τον νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα, σε μία δημοκρατική κοινωνία για […] την προστασία της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων, […]». Βάσει αυτού, ο δημιουργός ή συγγενικός δικαιούχος μπορεί να θεωρηθεί «τρίτος» και συνεπώς τα δικαιώματα του να αποτελέσουν καταρχήν περιορισμό στην ελευθερία έκφρασης.
Σχετικά με την επίκληση του δικαιώματός συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι αυτό διαπλάθεται ως θετική ελευθερία και έχει ως κανονιστικό περιεχόμενο την ισότιμη πρόσβαση και πλήρη την αξιοποίηση των ευκαιριών οι οποίες προσφέρονται στο νέο πεδίο επικοινωνίας και συναλλαγών το οποίο διαμορφώνεται με τη σύγκλιση των τεχνολογιών των τηλεπικοινωνιών και της πληροφορικής, όπως υποστηρίζεται . Το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με την ορθότερη γνώμη, δεν μπορεί να εκληφθεί ως δικαίωμα πρόσβασης στις πληροφορίες καθώς δεν καθιερώνει «μία αγώγιμη αξίωση του καθένα να έχει πρόσβαση σε κάθε πληροφορία που διακινείται στον Κυβερνοχώρο»  αλλά την υποχρέωση του Κράτους να διευκολύνει την πρόσβαση στα μέσα διακίνησης της πληροφορίας. Ακριβολογώντας, το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας υποχρεώνει το Κράτος να εξασφαλίζει στους πολίτες τη διευκόλυνση της πρόσβασης στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά καθώς και της παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσής τους. Στον πυρήνα του δικαιώματος αυτού, όπως έχει υπογραμμισθεί , εντοπίζεται η ανεμπόδιστη δυνατότητα πρόσβασης στα τεχνολογικά μέσα και η χρήση των ευχερειών που αυτά παρέχουν. Στις ευχέρειες που παρέχουν τα τεχνολογικά μέσα προφανώς δεν ήταν πρόθεση του νομοθέτη να συμπεριλάβει την προσβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
Κρίσιμο πραγματικό στοιχείο προς αξιολόγηση για την στάθμιση των αντιτιθέμενων ως άνω δικαιωμάτων και του δικαιώματος έννομης προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας των αιτούντων στην προκειμένη υπόθεση, θα ήταν η ύπαρξη σημαντικής έκτασης νόμιμου περιεχομένου στις επίδικες ιστοσελίδες. Δεν προκύπτει όμως από το κείμενο της απόφασης να πιθανολογήθηκε ότι μέσα από τις επίδικες ιστοσελίδες διακινούταν νόμιμο περιεχόμενο σε βαθμό που να δικαιολογεί τη στάθμιση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων σε βάρος του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (ή συγγενικών).
Ένα άλλο αξιοσημείωτο σημείο είναι αυτό σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Το αίτημα συνίστατο στην διακοπή παροχής σύνδεσης σε συγκεκριμένες IP addresses στις οποίες φιλοξενούταν ιστοσελίδες με συγκεκριμένο όνομα πεδίου (domain name). Ένας βασικός λόγος που οι δικαιούχοι προστασίας πνευματικής ιδιοκτησίας σε όλη την ΕΕ στρέφονται κατά των παρόχων σύνδεσης είναι μεταξύ άλλων η αδυναμία ταυτοποίησης των πραγματικών ιδιοκτητών ή διαχειριστών των ιστοσελίδων των οποίων το περιεχόμενο προσβάλει τα δικαιώματα τους. Το όνομα πεδίου δεν αποτελεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα όπως ακριβώς δεν αποτελεί από μόνο του δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα το σήμα ή ο διακριτικός τίτλος αφού δεν εξατομικεύει πάντα κάποιο φυσικό πρόσωπο (βλ. και κατωτέρω για IP address). Όπως είναι γνωστό το domain name αποδίδεται γιατί δεν είναι εύκολο να θυμόμαστε την ακριβή αριθμητική διεύθυνση μιας ιστοσελίδας στο διαδίκτυο. Ως διεύθυνση IP (Internet Protocol address) ορίζεται o αναγνωριστικός αριθμός (ταυτότητα) που λαμβάνει κάθε υπολογιστής, ιστοσελίδα ή εν γένει σύνολο δεδομένων με πρόσβαση στο διαδίκτυο. Η Ip Address που λαμβάνει μια ιστοσελίδα στο διαδίκτυο επίσης δεν αποτελεί από μόνη της δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα αλλά μπορεί να καταστεί τέτοιο εφόσον συνδεθεί με τη ένα στοιχείο προσδιορισμού κάποιου φυσικού προσώπου. Όπως για παράδειγμα η διεύθυνση ενός σπιτιού από μόνη της δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα παρά μόνο αν συνδεθεί με το ονοματεπώνυμο του κατοίκου της . Αυτό που αναντίρρητα γίνεται δεκτό είναι ότι η Ip address που λαμβάνει η σύνδεση ενός χρήστη στο διαδίκτυο θεωρείται δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα . Εν προκειμένω αίτημα ήταν η διακοπή παροχής σε συγκεκριμένη ip address στην οποία λειτουργούσαν ιστοσελίδες με συγκεκριμένο domain name χωρίς καν να είναι γνωστό το όνομα του φυσικού ή νομικού προσώπου στην οποία ανήκαν. Εάν μάλιστα επρόκειτο για νομικό και όχι φυσικό πρόσωπο το οποίο είχε κατοχυρώσει το domain name των επίδικων ιστοσελίδων, θα ήταν εξαρχής χωρίς νόημα ο προβληματισμός καθώς δεδομένα που αφορούν σε νομικά πρόσωπα δεν μπορούν να θεωρηθούν προσωπικά. Συνεπώς δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε με ποιόν τρόπο η λήψη των αιτούμενων μέτρων θα συνεπάγονταν με οποιονδήποτε τρόπο προσβολή δικαιωμάτων ατόμων από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Ομοίως δεν γίνεται εύκολα κατανοητό με ποιο τρόπο η παρεμπόδιση πρόσβασης σε ιστοσελίδες με έργα που παράνομα καθίστανται προσιτά στο κοινό προσβάλλει καθοιονδήποτε τρόπο το έννομο αγαθό του απορρήτου των επικοινωνιών καθώς το αιτούμενο ασφαλιστικό μέτρο δεν εμποδίζει, ούτε αποκαλύπτει το περιεχόμενο της επικοινωνίας κάποιου σε συνθήκες οικειότητας με συνομιλητή (ή συνομιλητές) της επιλογής του με όρους απορρήτου (δηλαδή χωρίς αυτή να γνωστοποιείται σε τρίτα μέρη) ούτε την εν γένει αποκάλυψη κάποιου μυστικού που διαβιβάζεται κατά την επικοινωνία οποιασδήποτε μορφής.
Τέλος, κρίθηκε ότι τα αιτούμενα ασφαλιστικά μέτρα αντιβαίνουν στο άρθρο 16 του Χάρτη Θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΕ, παραβιάζοντας το δικαίωμα των καθών παρόχων στην επιχειρηματικότητα αλλά και στην αρχή της διαδικτυακής ουδετερότητας.

Το δικαίωμα στην επιχειρηματικότητα των παρόχων βάσει του άρθρου 16 του Χάρτη Θεμελιωδών δικαιωμάτων της αναφέρθηκε στην αιτιολογική σκέψη 46 της Απόφασης του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 24ης Νοεμβρίου 2011 επί της υπόθεση C-70/10, Scarlet Extended SA κατά Société belge des auteurs, compositeurs et éditeurs SCRL (SABAM) , ως ακολούθως: «υπό συνθήκες όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, μεταξύ άλλων, να διασφαλίζουν ότι η προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, των οποίων απολαύουν οι δικαιούχοι του δικαιώματος του δημιουργού, θα εναρμονίζεται με την προστασία της επιχειρηματικής ελευθερίας η οποία ισχύει για φορείς όπως οι φορείς παροχής υπηρεσιών προσβάσεως στο διαδίκτυο δυνάμει του άρθρου 16 του Χάρτη». Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω υπόθεση του ΔΕΕ το αιτούμενο μέτρο ήταν η εφαρμογή εκ μέρους των ISPs ενός φίλτρου (α) για το σύνολο των επικοινωνιών μέσω διαδικτύου οι οποίες πραγματοποιούνται μέσω των υπηρεσιών του, ιδίως με τη χρήση προγραμμάτων «peer-to-peer»,(β) όσον αφορά το σύνολο αδιακρίτως της πελατείας του, προληπτικά, με δικά του αποκλειστικώς έξοδα, και για απεριόριστο χρονικό διάστημα, ικανό να εντοπίσει εντός του δικτύου του φορέα αυτού τη διακίνηση ηλεκτρονικών αρχείων που περιλαμβάνουν μουσικά, κινηματογραφικά ή ραδιοτηλεοπτικά έργα επί των οποίων ο αιτών διατείνεται ότι κατέχει δικαιώματα και, στη συνέχεια, να παρεμποδίσει τη μεταφορά αρχείων των οποίων η ανταλλαγή συνιστά προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού . Στην υπόθεση όμως επί της οποίας εκδόθηκε η σχολιαζόμενη απόφαση το αίτημα ήταν εντελώς διαφορετικό. Ζητήθηκε η διακοπή παροχής πρόσβασης σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες με σφόδρα πιθανολογούμενο παράνομο περιεχόμενο προκειμένου να αρθεί η αποδεικνυόμενη προσβολή. Συνεπώς, το αιτούμενο ασφαλιστικό μέτρο ήταν πολύ στοχευμένο και περιορισμένης έκτασης, με δυνατότητα ορισμού εκτέλεσης του για συγκεκριμένη χρονική διάρκεια και η οικονομική επιβάρυνση στους παρόχους πολύ μικρότερη .

Σχετικά με την αρχή της διαδικτυακής ουδετερότητας θα πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα. Με το άρθρο 1 § 1β της Οδηγίας 2009/140/ΕΕ η Ευρωπαϊκή Ένωση έθεσε σε ισχύ διατάξεις δικαίου για την προστασία της δικτυακής ουδετερότητας στα δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και πρωτίστως στο διαδίκτυο. Η διάταξη αυτή ενσωματώθηκε στο Ελληνικό δίκαιο με το άρθρο 3 παρ. 2ζ του Ν. 4070/2012 το οποίο προβλέπει ότι τυχόν μέτρα από δημόσιες αρχές που αφορούν στην πρόσβαση των τελικών χρηστών σε υπηρεσίες και εφαρμογές ή στη χρήση από τους τελικούς χρήστες υπηρεσιών και εφαρμογών μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να τελούν σε αρμονία με τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και τις γενικές αρχές του Κοινοτικού δικαίου και, ιδιαιτέρως, να είναι κατάλληλα, αναλογικά και αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία, να εξασφαλίζουν δίκαιη και αμερόληπτη προκαταρκτική διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει το δικαίωμα ακροάσεως του ενδιαφερομένου ή των ενδιαφερομένων, να υπόκεινται στις λοιπές διαδικαστικές διασφαλίσεις που προβλέπονται από την νομολογία του ΕΔΔΑ και τις γενικές αρχές του Κοινοτικού δικαίου και να διασφαλίζουν το δικαίωμα των θιγόμενων σε αποτελεσματικό και έγκαιρο δικαστικό έλεγχο του λαμβανόμενου μέτρου . Η σχολιαζόμενη απόφαση όμως δεν εξειδικεύει σε ποιο σημείο δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται στις ανωτέρω διατάξεις. Αντιθέτως υπό το πρίσμα της ανωτέρω ανάλυσης σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας εν προκειμένω μπορεί να υποστηριχθεί ότι η προστασία των προσβαλλόμενων δικαιωμάτων εν προκειμένω με την λήψη των αιτούμενων ασφαλιστικών μέτρων υπερτερεί των αντιτασσόμενων δικαιωμάτων στο βαθμό που πραγματικά αυτά θίγονται.
Η σχολιαζόμενη απόφαση γενικότερα κάνει λογικά άλματα, επικαλούμενη ένα υπερεθνικό νομοθετικό πλαίσιο αόριστα και αναιτιολόγητα χωρίς να εξειδικεύει τους λόγους και τα πραγματικά περιστατικά ή έστω να επικαλείται τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία η αξιολόγηση των οποίων θεμελιώνει την αντίθεση των αιτημάτων στις επικαλούμενες αρχές και διατάξεις. Πολλώ δε μάλλον που απορρίπτεται με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς καμία βάσιμη αιτιολόγηση το επικουρικό αίτημα λήψης οποιουδήποτε άλλου τεχνολογικού ή μη άλλης φύσεως μέτρου που θα έχει ως στόχο αφενός την άρση της προσβολής και αφετέρου την παράλειψή της στο μέλλον. Ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι το αιτούμενο τεχνολογικό μέτρο είναι αβάσιμο, το αίτημα λήψης άλλων ασφαλιστικών μέτρων ακόμα και μη τεχνολογικών, πρόσφορων να άρουν την προσβολή, η οποία σημειωτέον δεν αμφισβητήθηκε από το Δικαστήριο, θα μπορούσε να γίνει δεκτό, εκτός αν η αίτηση απορρίπτονταν λόγω μη πιθανολόγησης της προσβολής. Για παράδειγμα, θα μπορούσε κατ’ ελάχιστον να διαταχθεί ανάρτηση κάποιας ενημερωτικής δημοσίευσης σχετικά με την δικαστική αμφισβήτηση της νομιμότητας του περιεχομένου της ιστοσελίδας στην οποία ζητείται πρόσβαση ακόμα και με απλή ανακοίνωση στην ιστοσελίδα των παρόχων.
Το ζήτημα της εμπλοκής των παρόχων διαδικτυακών υπηρεσιών σε περιπτώσεις που παρέχουν πρόσβαση σε ιστοσελίδες με παράνομο περιεχόμενο είναι περίπλοκο. Η γενική τάση που σκιαγραφείται είναι αυτή της επίτασης της ευθύνης των παρόχων για το παράνομο περιεχόμενο ακόμα και όταν απλά παρέχουν πρόσβαση σε αυτό. Νομοθετικά επιβάλλεται ρητά η διακοπή παροχής πρόσβασης σε περιεχόμενο παιδικής πορνογραφίας  ή παράνομου διαδικτυακού τζόγου . Στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας υφίσταται το νομοθετικό πλαίσιο βάσει του οποίου μπορεί το Δικαστήριο κατά την κρίση του να προβεί σε στάθμιση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων και να επιτρέψει ή απαγορεύσει τη διακοπή παροχής πρόσβασης σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες. Ακριβώς όμως λόγω των λεπτών ισορροπιών μεταξύ των διαφορετικών συμφερόντων και δικαιωμάτων, θα ήταν ευκταίο οι σχετικές αποφάσεις -ακόμα και σε επίπεδο ασφαλιστικών μέτρων- να είναι προσεχτικά τεκμηριωμένες. Διαφορετικά θα μπορούσε να ασκηθεί πίεση από τους δικαιούχους προστασίας οι οποίοι δεν θα καταφέρνουν να υπερασπισθούν τα δικαιώματα τους στο διαδίκτυο (παρά την ύπαρξη του θεσμικού πλαισίου που τους δίνει θεωρητικά τη δυνατότητα αυτή) για την υιοθέτηση πιο κατασταλτικών μέτρων, με περισσότερο ενεργή ανάμιξη των παρόχων, ανοίγοντάς τους ασκούς του Αιόλου σχετικά με την ανατροπή του «τεκμηρίου ανεύθυνου» που τους αναγνωρίζεται μέχρι σήμερα.

*Της Ευαγγελίας Βαγενά, Attorney at Law, Ph.D, DEA Droit et Informatique, όπως δημοσιεύτηκε στο 2ο τεύχος/2015 του περιοδικού ΔιΜΕΕ (σελ. 253).

Για να μεταφορτώσετε ολόκληρο το άρθρο σε μορφή PDF πατήστε στον ακόλουθο σύνδεσμο.

Ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι το αιτούμενο τεχνολογικό μέτρο είναι αβάσιμο, το αίτημα λήψης άλλων ασφαλιστικών μέτρων ακόμα και μη τεχνολογικών, πρόσφορων να άρουν την προσβολή, η οποία σημειωτέον δεν αμφισβητήθηκε από το Δικαστήριο, θα μπορούσε να γίνει δεκτό, εκτός αν η αίτηση απορρίπτονταν λόγω μη πιθανολόγησης της προσβολής..


LATEST POSTS



ethemis legal studies

Εκπαιδευτικά Προγράμματα

Για νομικούς & δικηγόρους από εκπαιδευτικούς φορείς στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

View more
ethemis map

Προκηρύξεις

Προκηρύξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου για δικηγόρους & νομικούς.

View more
ethemis map

Δελτία            Τύπου

Ανακοινώσεις ΔΣΑ, δικαστικών ενώσεων, ανεξάρτητων αρχών, θεσμικών φορέων.

View more
ethemis map

Επιστημονική            Αρθρογραφία

Από την Συντακτική Ομάδα του Ethemis.gr

View more
ethemis map

Ψηφιακό             Αποθετήριο

Aναζητήστε τις δημοσιεύσεις του παλαιού ethemis.gr 2011-2015

View more
ethemis map

ΠΟΙΝΙΚΟΣ            ΧΑΡΤΗΣ

Διαδραστικός Χάρτης γεωκωδικοποίησης όλων των Ελληνικών Σωφρονιστικών Καταστημάτων.

View more
ethemis map

EΚΔΗΛΩΣΕΙΣ            ΦΟΡΕΩΝ

Εκδηλώσεις Nομικού Eνδιαφέροντος από ποικίλους Aνεξάρτητους Φορείς

View more
ethemis map

Δικηγορικοί            Σύλλογοι

Νέα και Χάρτης Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας

View more