Μελέτες

Η ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΕΟ ΚΩΔΙΚΑ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ (Ν.3418/2005)

από Κυριακή, 9 Ιανουαρίου, 2011 14:28 | 0 σχόλια

Εδώ και χιλιάδες χρόνια, από τότε που οι Έλληνες έγραψαν τον όρκο του Ιπποκράτη έως σήμερα, το ιατρικό επάγγελμα αναδεικνύεται σε λειτούργημα, το οποίο απαιτεί υπευθυνότητα και επαγγελματικό ήθος εκ μέρους του ιατρού.

Στις μέρες μας, το φαινόμενο του πολλαπλασιασμού της άσκησης αγωγών κατά των ιατρών, ιδίως στις Αμερικανικές Πολιτείες, καταδεικνύει την επικαιρότητα και συνάμα τη σπουδαιότητα του ζητήματος της αστικής ιατρικής ευθύνης.

Στη χώρα μας, οι παγκόσμιες εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης και βιοτεχνολογίας αλλά και η νέα θεώρηση σχετικά με την προστασία της αξιοπρέπειας του ασθενή, κατέστησαν αναγκαία την ψήφιση του Νέου Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005), ο οποίος αντικατέστησε τον Παλιό Κανονισμό Ιατρικής Δεοντολογίας (Β.Δ. 25.6/6.7.1955).

Η παρούσα εργασία πραγματεύεται το θέμα της συναίνεσης το ασθενούς σε ιατρική επέμβαση στο σώμα ή την υγεία του τελευταίου, όπως το θέμα αυτό διαμορφώνεται στο Νέο Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας(άρθρο 12).

Η υποχρέωση του γιατρού να μη διενεργεί ιατρικές πράξεις χωρίς τη συναίνεση του ασθενούς βρίσκει καταρχήν νομικό θεμέλιο στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Βιοιατρική (Σύμβαση Οβιέδο του 1997) και συμπληρωματικά στο άρθρο 47 του Ν. 2071/ 1992 για τους νοσοκομειακούς ασθενείς.

Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005) επανέλαβε τις ρυθμίσεις της Σύμβασης του Οβιέδο και ασχολήθηκε πιο αναλυτικά με το θέμα της συναίνεσης του ασθενούς στο άρθρο 12.

Το κύριο μέρος της εργασίας διακρίνεται σε έξι κεφάλαια, στα οποία θα αναλυθεί η νομική σημασία της συναίνεσης, η νομική της φύση, οι προϋποθέσεις εγκυρότητάς της, καθώς και οι περιπτώσεις αδυναμίας συναίνεσης, άρνησης της συναίνεσης, και της απόπειρας αυτοκτονίας του ασθενούς.

Με αυτόν τον τρόπο, θεωρώ ότι καλύπτονται τα θεμελιώδη ζητήματα σχετικά με τη συναίνεση του ασθενούς στις ιατρικές επεμβάσεις και ότι παράλληλα αναδύονται οι σχετικοί προβληματισμοί περί του θέματος.

1) Η Νομική σημασία της  συναίνεσης  για την αστική ιατρική ευθύνη

Ο ασθενής έχει δικαίωμα να αποφασίζει, ύστερα από επαρκή ενημέρωση εκ μέρους του γιατρού, αν θα διενεργηθεί οποιαδήποτε επέμβαση στο σώμα ή την υγεία του. Το δικαίωμα του αυτό απορρέει από τη βουλητική αυτονομία και την αυτοδιάθεση ως προς το σώμα του, που προστατεύονται συνταγματικά στα πλαίσια της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της προστασίας της ανθρώπινης αξίας  (άρθρο 5 παρ.1 και άρθ. 2 παρ.1 Σ).

Εκτός από τη συνταγματική της θεμελίωση, η συναίνεση του ασθενούς επιτελεί σπουδαίο ρόλο και σε επίπεδο αστικού δικαίου .

Συγκεκριμένα, η ιατρική πράξη που εκτελείται χωρίς την έγκυρη συναίνεση του ασθενούς συνιστά «αυθαίρετη ιατρική πράξη» και παραβιάζει καταρχήν τη σύμβαση ιατρικής αγωγής που έχει καταρτισθεί μεταξύ του γιατρού και του ασθενούς. Επίσης, προσκρούει στη διάταξη 57 του ΑΚ, καθώς αποτελεί προσβολή της προσωπικότητας υπό την έκφανση του δικαιώματος του προσώπου να αυτοκαθορίζεται σε σχέση με τη σωματική ακεραιότητα και την υγεία του.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναρωτηθούμε ποιες απόψεις έχουν διατυπωθεί στη θεωρία σχετικά με το καταρχήν νόμιμο ή παράνομο της ιατρικής πράξης, καθώς το θέμα αυτό συνδέεται άμεσα με τη νομική λειτουργία της συναίνεσης. Ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, επικρατεί διχογνωμία.

Σύμφωνα με την πρώτη άποψη, κάθε ιατρική πράξη αποτελεί σωματική βλάβη, ανεξάρτητα από το αν διεξάχθηκε “lege artisή αν είχε επιτυχημένο αποτέλεσμα. Ειδικότερα, συνιστά «βλάβη του σώματος ή της υγείας» κατά τη διάταξη 929 του ΑΚ και έχει παράνομο χαρακτήρα κάθε ιατρική πράξη, που εκτελέστηκε χωρίς τη συναίνεση του ασθενούς .Επομένως, η συναίνεση του ασθενούς είναι ο μόνος λόγος που αίρει το παράνομο της σωματικής βλάβης, δηλ της ιατρικής επέμβασης. Η άποψη αυτή επιρρίπτει τον θεραπευτικό κίνδυνο στο γιατρό, ανεξάρτητα από την αναγκαιότητα της πράξης ή από την επιμέλεια που ο τελευταίος επέδειξε κατά την εκτέλεσή της.

Η δεύτερη άποψη, ωστόσο, πρεσβεύει πως η ιατρική πράξη , υπό την προϋπόθεση ότι είναι ενδεδειγμένη και στοχεύει στο συμφέρον του ασθενούς, είναι μια καταρχήν νόμιμη πράξη. Εντούτοις, αν αυτή η πράξη συντελεσθεί χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του ασθενούς, τότε πρόκειται για παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, υπό την έκφανση της ελευθερίας του ατόμου να αυτοκαθορίζεται σε σχέση με την σωματική ακεραιότητα και την υγεία του.

Ένας άμεσος προβληματισμός που απορρέει από τα παραπάνω είναι το ζήτημα του ποιος φέρει το βάρος αποδείξεως της δοθείσας από τον ασθενή συναίνεσης. Επί αυτού, η Φουντεδάκη Κατερίνα (Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Αστικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), έχει διαμορφώσει τη δική της θεώρηση, σύμφωνα με την οποία η ιατρική επέμβαση είναι εξ ορισμού προσβολή της προσωπικότητας του ασθενούς ως προς το δικαίωμα αυτοδιάθεσής του. Προσθέτει δε, πως η συναίνεση του ασθενούς νομιμοποιεί αυτήν την καταρχήν προσβολή της προσωπικότητας και γι’ αυτόν τον λόγο ο γιατρός φέρει το βάρος της απόδειξης της συναίνεσης.

Τέλος, όποια άποψη κι αν υιοθετηθεί ως προς το θέμα της σύλληψης της ιατρικής πράξης ως καταρχήν νόμιμης ή παράνομης, κοινή συνιστώσα αποτελεί η μεγάλη νομική σημασία της συναίνεσης του ασθενούς, χωρίς την οποία η ιατρική πράξη είναι παράνομη και δημιουργείται αστική ευθύνη του ιατρού.

Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη στη χώρα μας, η συναίνεση του ασθενούς είναι ανεξάρτητη από τη δικαιοπρακτική του ικανότητα και κυρίως η ίδια η συναίνεση δεν αποτελεί δικαιοπραξία.

Παρά το ότι η συναίνεση συνιστά το νομιμοποιητικό λόγο της ιατρικής πράξης, η πρώτη δεν εμπίπτει ούτε στην έννοια της συγκατάθεσης κατά τα άρθρα 236-238 ΑΚ.

Αξίζει δε να τονιστεί πως η συναίνεση σε ορισμένη ιατρική πράξη διακρίνεται από τη δήλωση βούλησης για την κατάρτιση της σύμβασης ιατρικής αγωγής. Μεταξύ τους υπάρχει μια σπουδαία διαφορά, καθώς η σύμβαση ιατρικής αγωγής είναι δικαιοπραξία που αποσκοπεί στη διάγνωση και τη θεραπεία του ασθενούς, ενώ η συναίνεση είναι το μέσο με το οποίο εκδηλώνεται η αυτοδιάθεση του ασθενούς ως προς το σώμα του και αποτελεί το πραγματικό γεγονός που θα νομιμοποιήσει τον ιατρό να εκτελέσει την ιατρική πράξη.

Συγκεκριμένα, η συναίνεση του ασθενούς αναφέρεται μόνο σε συγκεκριμένη ιατρική πράξη και δηλώνεται πριν από την εκτέλεσή της. Δεν αφορά δηλαδή όλες τις ιατρικές πράξεις που θα κριθούν αναγκαίες από το γιατρό στο μέλλον απλώς και μόνο επειδή υπάρχει συμβατική σχέση μεταξύ γιατρού και ασθενούς.

Συνεπώς, οι διατάξεις για τις δικαιοπραξίες που αφορούν τη σοβαρότητα και το συνειδητό της βούλησης μόνο αναλογικά εφαρμόζονται στο θέμα της νομικής εκτίμησης της συναίνεσης του ασθενούς ως συνειδητής πράξης. Προϋπόθεση του «ισχυρού» της συναίνεσης αποτελεί η δυνατότητα του ασθενούς να κατανοεί τα πράγματα τη στιγμή που δίνει τη συναίνεσή του αλλά και όταν διενεργείται η ιατρική πράξη.

Η δυνατότητα του ασθενούς που μόλις περιγράψαμε αποτελεί την «ικανότητα για συναίνεση» και είναι απαραίτητη ούτως ώστε να θεωρηθεί η εν λόγω συναίνεση έγκυρη, διαφέρει, ωστόσο, από την ικανότητα για δικαιοπραξία.

3)Προϋποθέσεις Ισχυρής Συναίνεσης του ασθενούς

Α)  ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ

Ήδη πριν ακόμη από τη θέσπιση του Νέου Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005), επικρατούσε η άποψη πως οι διατάξεις για τη δικαιοπρακτική ικανότητα εφαρμόζονται μόνο αναλογικά στη συναίνεση σε ιατρικές πράξεις. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, ένα πρόσωπο μπορεί να συναινέσει έγκυρα σε ιατρική πράξη, εφόσον διαθέτει βουλητική ικανότητα, η οποία κρίνεται από την ωριμότητά του, και εφόσον μπορεί να αντιληφθεί τη σημασία, το σκοπό, τη φύση και την επικινδυνότητα της πράξης.

Η άνω περιγραφόμενη ικανότητα συναίνεσης του ασθενούς, θα εξεταστεί στη συνέχεια με βάση τις ιδιομορφίες δυο κρίσιμων κατηγοριών ασθενών: τους ανήλικους και τους πάσχοντες από ψυχική ή διανοητική διαταραχή.

(i)                  ΑΝΗΛΙΚΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΣ

Όσον αφορά τους ανήλικους ασθενείς, το δικαίωμα συναίνεσης σε ιατρική επέμβαση στο σώμα ή την υγεία των πρώτων δεν ανήκει στους ίδιους, αλλά στους νόμιμους εκπροσώπους τους, δηλαδή σε αυτούς που έχουν τη μέριμνα ή την επιμέλεια του ανηλίκου.

Περισσότερο σύνθετο, ωστόσο, είναι το ζήτημα που ανακύπτει στην περίπτωση που ανήλικος με περιορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα συναινέσει σε ιατρική πράξη που τον αφορά, χωρίς την παρουσία των νομίμων εκπροσώπων του. Στο ζήτημα αυτό, η Ισμήνη Ανδρουλιδάκη-Δημητριάδη (Ομότιμη Καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών),βρίσκει τη λύση στο δίκαιο τη προσωπικότητας, διαχωρίζοντας τη βουλητική ικανότητα του ατόμου, ειδικά σε σχέση με τα στοιχεία της προσωπικότητάς του, από τη δικαιοπρακτική του ικανότητα. Συγκεκριμένα, πρεσβεύει πως ότι η ικανότητα του ανηλίκου για έγκυρη συναίνεση εξαρτάται από την ωριμότητά του (πνευματική και πραγματική). Η συναίνεση αυτή , εντούτοις , αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της ιατρικής επέμβασης, αλλά δεν εγκυροποιεί τη σύμβαση ιατρικής πράξης, για την οποία απαιτείται δικαιοπρακτική ικανότητα.

Σε αντίθεση με τη θεώρηση της Ισμήνης Ανδρουλιδάκη-Δημητριάδη, ο Νέος Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας υιοθετεί μια μάλλον «σκληρή» λύση συσχετίζοντας την ικανότητα για συναίνεση με τη δικαιοπρακτική ικανότητα και θεωρώντας ανίκανους για συναίνεση τους ανήλικους και τους ψυχικά ή διανοητικά πάσχοντες.(άρθρο 12 παρ. 2β του ΚΙΔ). Ειδικότερα, η διάταξη 12 παρ. 2β)αα του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας που αφορά τους ανήλικους , ορίζει πως η συναίνεση σε ιατρική πράξη σε ανήλικο ασθενή δίδεται από αυτούς που ασκούν τη γονική μέριμνα ή έχουν την επιμέλεια του ανηλίκου.

Είναι φανερό ότι η παραπάνω διατύπωση δημιουργεί ασάφεια στις περιπτώσεις που η γονική μέριμνα δεν ασκείται από τους δυο γονείς από κοινού (άρθ. 1510 ΑΚ). Αυτό συμβαίνει λ.χ. όταν οι γονείς βρίσκονται σε διάσταση (άρθ. 1513 ΑΚ) ή εχουν πάρει διαζύγιο ή ακόμη και στην περίπτωση που ένας γονέας ασκεί μέρος της γονικής μέριμνας αλλά η επιμέλεια έχει ανατεθεί σε τρίτο (αρθ. 1532, 1535 ΑΚ). Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, η συναίνεση σε ιατρικές πράξεις εντάσσεται στο περιεχόμενο της επιμέλειας (αρθ. 1518 ΑΚ) και ως εκ τούτου πρέπει να δίδεται από το πρόσωπο που ασκεί την επιμέλεια. Αντιθέτως, η νομολογία έχει δεχτεί πως οι σοβαρές ιατρικές πράξεις ανήκουν στον «πυρήνα» της γονικής μέριμνας και πρέπει να συναποφασίζονται από τους δυο γονείς από κοινού, ανεξάρτητα από το αν έχει ανατεθεί μόνο στον έναν η άσκηση της επιμέλειας. Συνάγεται λοιπόν το συμπέρασμα πως η εν λόγω διάταξη του ΚΙΔ δημιουργεί αμφισβητήσεις που καλείται η θεωρία και η νομολογία να λύσει ερμηνευτικά.

Ωστόσο, ο Νέος Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας δεν εμποδίζει την εφαρμογή του άρθρου 1516 παρ. 1 στοιχ. 1 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο μπορεί και μόνος ο ένας γονιός να επιχειρεί πράξεις επιμέλειας του ανηλίκου συνήθεις ή με επείγοντα χαρακτήρα. Εδώ εντάσσεται για παράδειγμα η εξέταση του ανήλικου από τον παιδίατρο.

Συνεχίζοντας, σύμφωνα με το επόμενο άρθρο του ΚΙΔ, λαμβάνεται υπόψη και η γνώμη του ανηλίκου εφόσον έχει ηλικιακή, πνευματική και συναισθηματική ωριμότητα να κατανοήσει την κατάσταση της υγείας του (άρθ. 12 παρ. Β) αα εδ.2 του ΚΙΔ). Εδώ ο νόμος περιορίζει τον ανήλικο μόνο στην έκφραση της γνώμης του, χωρίς να κάνει κανένα διαχωρισμό περιπτώσεων , παρά μόνο θέτοντας ως κριτήριο την ωριμότητά του.

Η παραπάνω ρύθμιση έχει ως συνέπεια πως οι ώριμοι ανήλικοι (λ.χ. μια δεκαεπτάχρονη κοπέλα) δε μπορούν να αποφασίσουν μόνοι τους για ιατρικές πράξεις του καθημερινού τους βίου, όπως για παράδειγμα η οδοντιατρική τους αγωγή, ούτε ακόμη και για θέματα που αφορούν το γενετήσιο βίο τους (π.χ. λήψη αντισυλληπτικών, άμβλωση κλπ.). Το γεγονός αυτό συνιστά έναν υπέρμετρο περιορισμό γι’ αυτούς, ιδίως αν αναλογιστούμε ότι για τις καθημερινές de facto συμβάσεις, δεν απαιτείται, σύμφωνα με τη σύγχρονη θεωρία, ούτε καν δικαιοπρακτική ικανότητα.

Από την άλλη πλευρά, ούτε το υποστηριζόμενο τεκμήριο υπέρ του γιατρού, ότι ο ανήλικος μετά το 14ο έτος της ηλικίας του έχει την ικανότητα να αντιληφθεί τη σημασία της ιατρικής πράξης, είναι ασφαλές. Κι αυτό, διότι η κάθε περίπτωση ανηλίκου είναι διαφορετική και το ζήτημα της ωριμότητας πρέπει να κρίνεται προσωπικά για τον κάθε ανήλικο.

Ορθότερο είναι, πάντως, να δεχτούμε πως η συναίνεση των γονέων ή των νομίμων εκπροσώπων του ανηλίκου δεν είναι αρκετή, σε περίπτωση που ο ανήλικος είναι σε θέση να κατανοήσει την κατάστασή του. Ειδάλλως, σε περίπτωση που η ιατρική πράξη συντελεσθεί, παρά τη διαφωνία του ανηλίκου και βασιζόμενη μόνο στη συναίνεση των γονιών, τότε η ιατρική επέμβαση είναι αυθαίρετη.

Επιπλέον, άμβλωση δεν επιτρέπεται να γίνει σε ανήλικη έγκυο οποιασδήποτε ηλικίας χωρίς τη θέλησή της. Μόνον η ίδια έχει την ικανότητα να αποφασίσει για τη διακοπή της εγκυμοσύνης της, καθώς το δικαίωμα επί του τέκνου της είναι απόλυτο.

Τέλος, στο εδάφιο γ’ του άρθρου 12 παρ. 2β) αα του ΚΙΔ, ο νομοθέτης μας εφιστά την προσοχή στις «ειδικές επεμβάσεις» του άρθρου 11 παρ.3 του ΚΙΔ, οι οποίες είναι οι μεταμοσχεύσεις, οι μέθοδοι ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, οι επεμβάσεις αλλαγής ή αποκαταστάσεως φύλου, και οι αισθητικές ή κοσμητικές επεμβάσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο ΚΙΔ απαιτεί πάντοτε τη συναίνεση των προσώπων που ασκούν τη γονική μέριμνα του ανηλίκου.

Από το άνω εδάφιο, θα μπορούσε να συναχθεί εξ αντιδιαστολής ότι η συναίνεση των ασκούντων τη γονική μέριμνα προσώπων δεν απαιτείται οπωσδήποτε στις υπόλοιπες ιατρικές πράξεις σε ανηλίκους. Ωστόσο, το πρώτο εδάφιο του άρθρου 12 παρ. 2β) αα του ΚΙΔ ορίζει διαφορετικά. Συμπερασματικά, η εν λόγω διάταξη εμπεριέχει κάποια αδιευκρίνιστα σημεία, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν εμπόδια στην πράξη.

(ii)                ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΟΥ ΠΑΣΧΟΥΝ ΑΠΟ ΨΥΧΙΚΗ Ή ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ

Ιδιαίτερα δυσχερής εθεωρείτο ανέκαθεν η περίπτωση της ενημέρωσης και της συναίνεσης των προσώπων που πάσχουν από ψυχική ή διανοητική διαταραχή, ακόμη κι αν αυτά έχουν τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση. Αυτό συμβαίνει, διότι η ικανότητα για δικαιοπραξία μπορεί κάλλιστα να διαφέρει από την ικανότητα του ψυχικά ασθενούς να κατανοήσει τις συνέπειες μιας θεραπείας ή την εξέλιξη και τις συνέπειες μιας ιατροχειρουργικής επέμβασης.

Σύμφωνα μάλιστα με τις νεώτερες αντιλήψεις της ψυχιατρικής, οι ψυχασθενείς θεωρούνται πρόσωπα που έχουν συναίσθηση πολλών πραγμάτων και είναι δυνατόν παρά τις ιδιαιτερότητές της ασθένειάς τους, να μπορούν να αντιληφθούν την αρρώστιά τους καθώς και τις συνέπειες της θεραπευτικής τους αγωγής, ανεξαρτήτως του αν έχουν τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση.

Γι’ αυτόν το λόγο, ο ιατρός οφείλει, κατά πρώτον να εξετάσει εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ψυχικά ασθενής έχει επίγνωση της κατάστασης και μόνον εφόσον σιγουρευτεί ότι ο ασθενής δεν ανταποκρίνεται στην ενημέρωσή του, οφείλει να ζητήσει τη συναίνεση των νόμιμων εκπροσώπων του ασθενούς. Εξ’ άλλου ,το δυσχερές ζήτημα εάν ο ψυχικά ασθενής έχει την ικανότητα συναίνεσης μπορεί να κριθεί αποκλειστικά και μόνο από την ιατρική επιστήμη.

Συνεπώς και στην περίπτωση που ο ψυχικά ασθενής τελεί σε κατάσταση φωτεινού διαλείμματος, με την έννοια ότι έχει την ικανότητα να αντιληφθεί τη σημασία της ιατρικής αγωγής, τότε αυτός ο ίδιος πρέπει να ενημερωθεί και να συναινέσει στη θεραπευτική αγωγή, χωρίς να επηρεάζει το γεγονός αν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα ή όχι.

Εντούτοις, όσον αφορά την κατεπείγουσα περίπτωση όπου συντρέχει άμεση ανάγκη για θεραπευτική αγωγή, τότε εφόσον ο ψυχικά ασθενής δεν έχει τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση και είναι εμφανές πως δεν έχει ικανότητα να συναινέσει, ο γιατρός μπορεί να τελέσει την ιατρική πράξη χωρίς να ενημερώσει ούτε να λάβει τη συναίνεση από τους οικείους του.

Όπως προείπαμε, ο ΚΙΔ υιοθετεί καταρχήν την άποψη ότι οι ψυχικά ή διανοητικά πάσχοντες δεν είναι σε θέση να συναινέσουν σε ιατρική πράξη. Συνεπώς, τα προβλήματα που προκύπτουν από τη θέση αυτή στη συγκεκριμένη διάταξη θα λυθούν ερμηνευτικά.

Αρχικά, με βάση το άρθρο 12 παρ. 2β)ββ του ΚΙΔ, αν ο ασθενής δε διαθέτει ικανότητα συναίνεσης, η συναίνεση για την εκτέλεση της ιατρικής πράξης δίδεται από το δικαστικό συμπαραστάτη ενώ αν δεν υπάρχει δικαστικός συμπαραστάτης, η συναίνεση δίδεται από τους οικείου του ασθενή.

Σχετικά με την άνω ρύθμιση, πρέπει να διευκρινιστούν κάποια κρίσιμα σημεία, για να αποφευχθεί η σύγχυση. Πρώτον, το γεγονός ότι κάποιο πρόσωπο τίθεται σε δικαστική συμπαράσταση, δε σημαίνει και ταυτόχρονη ανάθεση της επιμέλειάς του στο δικαστικό συμπαραστάτη, προϋπόθεση που είναι αναγκαία για τον τελευταίο ώστε να συναινέσει σε ιατρική πράξη. Συγκεκριμένα, η επιμέλεια αποφασίζεται ειδικά από το δικαστήριο (άρθρο 1680 του ΑΚ), ειδάλλως ο συμπαραστατούμενος – από τον οποίο δεν έχει ρητά αφαιρεθεί η ικανότητα συναίνεσης σε ιατρικές πράξεις (άρθρο 1679 του ΑΚ)- διατηρεί την επιμέλεια ως προς το πρόσωπό του και συναινεί αυτοπροσώπως. Εξαίρεση στα παραπάνω αποτελεί η περίπτωση, κατά την οποία ο ασθενής σε μια από τις καταστάσεις του άρθρου 131 του ΑΚ.

Δεύτερο θέμα που θα αναλυθεί είναι η συναίνεση που δίνουν οι «οικείοι», σε περίπτωση που δεν υπάρχει δικαστικός συμπαραστάτης. Η κατάσταση αυτή συντρέχει όταν το πρόσωπο, παρά το γεγονός ότι πάσχει από ψυχική ή διανοητική διαταραχή δεν έχει τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση και επομένως είναι ικανό για δικαιοπραξία (άρθ. 127, 128, 129 του ΑΚ). Συνεπώς, το πρόσωπο αυτό καταρχήν είναι ικανό να συναινέσει αυτοπροσώπως σε ιατρική πράξη, εκτός αν κατά το χρόνο δήλωσης της συναίνεσης βρίσκεται σε έλλειψη συνείδησης ή σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους (αρθ. 131 του ΑΚ).

Ωστόσο, στο θέμα της συναίνεσης των «οικείων», προβληματισμό δημιουργεί η υπερβολική ευρύτητα με την οποία η διάταξη 1 παρ. 4β του ΚΙΔ ορίζει την έννοια «οικείοι». Ειδικότερα, σύμφωνα με την άνω διάταξη, στους «οικείους» ανήκει και ο μόνιμος σύντροφος των αδελφών του ασθενούς, αλλά και όλοι οι συγγενείς εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή. Το γεγονός αυτό καθιστά επισφαλή την ανάθεση της συναίνεσης στους «οικείους» του ασθενούς, καθώς θα μπορούσαν να ληφθούν και αποφάσεις εις βάρος του ασθενούς από άτομα που δεν ανήκουν ουσιαστικά στον πραγματικά στενό του κύκλο.

Τελικά, συμπεραίνουμε πως θα ήταν πιο πρακτική και ρεαλιστική λύση σε τέτοιες περιπτώσεις να διορίζεται προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, ο οποίος θα δίνει την εν λόγω συναίνεση. Αν ,όμως, συντρέχει κατεπείγουσα ανάγκη παροχής ιατρικής φροντίδας και δεν υπάρχει χρόνος για να διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, ο γιατρός δεν υποχρεούται να ζητήσει συναίνεση, πριν προβεί στην ιατρική πράξη. Αυτό, άλλωστε καθιερώνεται ρητά από το άρθρο 12 παρ. 3 α του ΚΙΔ.

Β)  ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΑΤΡΟ

Μετά την ικανότητα συναίνεσης, η δεύτερη προϋπόθεση για την εγκυρότητα της συναίνεσης του ασθενούς σε η ιατρική πράξη είναι ορθή ενημέρωση του πρώτου από τον ιατρό.

Σε πολλές έννομες τάξεις, ο ρόλος της ενημέρωσης του ασθενούς από τον ιατρό συνιστά απαραίτητο στοιχείο για το ισχυρό της συναίνεσης. Μια πλήρης και επαρκής ενημέρωση του ασθενούς δίνει τη δυνατότητα στον τελευταίο να διαμορφώσει ελεύθερα τη βούλησή του έχοντας υπόψη όλες τις παραμέτρους και τις τυχόν επιπλοκές που συνεπάγεται η ιατρική πράξη. Όπως μάλιστα γράφουν οι Βούλτσος Π. και Χατζητόλιος Α., «συναίνεση και (προηγούμενη) ενημέρωση αποτελούν ένα αδιαχώριστο δίδυμο».

Ακολουθώντας την άνω αντίληψη, ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας πολύ ορθά ορίζει στο άρθρο 12 παρ.2 α του ΚΙΔ ότι προϋποθέσεις της εγκυρότητας της συναίνεσης του ασθενούς είναι πρώτον, να παρέχεται η τελευταία μετά από πλήρη, σαφή και κατανοητή ενημέρωση. Ειδικότερα, η ενημέρωση αυτή, όπως προκύπτει από το άρθρο 11 παρ. 1 του ΚΙΔ, αφορά το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της προτεινόμενης ιατρικής πράξης, τις συνέπειες και τους ενδεχόμενους κινδύνους ή επιπλοκές από την εκτέλεσή της, τις εναλλακτικές προτάσεις, καθώς και τον πιθανό χρόνο αποκατάστασης.

Κατά δεύτερον, η ενημέρωση του ασθενούς αφορά τη συγκεκριμένη ιατρική πράξη που επίκειται και μπορεί να συμπληρωθεί από τη γενική πληροφόρηση για την πραγματική κατάσταση της υγείας του, εφόσον η τελευταία σχετίζεται με την προτεινόμενη ιατρική πράξη.

Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε πως η ενημέρωση του ασθενούς από τον ιατρό πρέπει να γίνεται με διακριτικότητα, έτσι ώστε ο τελευταίος να μην εκφοβίζει τον ασθενή αλλά ούτε και να τον παροτρύνει υπερβολικά να συναινέσει στην ιατρική πράξη, καθώς η υγεία αποτελεί ένα ιδιαιτέρως λεπτό θέμα.

Γ) ΛΟΙΠΕΣ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Εκτός από τις δυο παραπάνω καίριες προϋποθέσεις της έγκυρης συναίνεσης, ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας καθιερώνει και άλλες στις επόμενες παραγράφους.

Καταρχάς, πρέπει να υπενθυμίσουμε το ότι στη συναίνεση εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις για το ισχυρό των δικαιοπραξιών. Συνεπώς, δεν επιτρέπεται η συναίνεση να δηλωθεί υπό αίρεση ή προθεσμία. Επίσης, η συναίνεση μπορεί ελεύθερα να ανακληθεί, στοιχείο το οποίο ενώ δεν προβλέπεται από τον ΚΙΔ, συνάγεται από την ίδια την έννοια της συναίνεσης ως εκδήλωση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης του ασθενούς αλλά και από τη Σύμβαση του Οβιέδο (αρθ. 5 παρ. 3 και αρθ. 6 παρ.5), που είναι αυξημένης τυπικής ισχύος κείμενο.

Επιπλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΙΔ και συγκεκριμένα το άρθρο 12 παρ. 2γ, συμπεραίνουμε πως αν η συναίνεση είναι αποτέλεσμα πλάνης, απάτης ή απειλής, τότε είναι ανίσχυρη, χωρίς να χρειάζεται μάλιστα να ακυρωθεί δικαστικά. Η διάταξη αυτή προστατεύει την ελευθερία της συναίνεσης, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι η τελευταία είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης και όχι εξαναγκασμού ή παραπλάνησης.

Με βάση την ίδια διάταξη, η συναίνεση είναι επίσης ανίσχυρη εάν αντίκειται στα χρηστά ήθη. Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν η πράξη στην οποία αναφέρεται  συναίνεση είναι κι αυτή παράνομη ή ανήθικη (π.χ. συναίνεση σε απαγορευμένη μεταμόσχευση) ή ακόμα όταν η συναίνεση αφορά μια καταρχήν νόμιμη πράξη που στιγματίζεται από ανήθικο στοιχείο όπως η παροχή οικονομικού ανταλλάγματος. Επίσης, κρατεί η άποψη πως ότι η ιατρική πράξη πρέπει να αποσκοπεί στη σωτηρία ενός υπέρτερου αγαθού ή το όφελος που αναμένεται, να είναι μεγαλύτερο από τη βλάβη που προκαλεί η ιατρική πράξη. Ειδάλλως, η ιατρική πράξη και η αντίστοιχη συναίνεση είναι παράνομη.

Τέλος, το άρθρο 12 παρ. 2δ του ΚΙΔ μας εφιστά την προσοχή στο ότι η συναίνεση πρέπει να αφορά τη συγκεκριμένη ιατρική πράξη που προτείνεται στον ασθενή τη δεδομένη χρονική στιγμή. Δε νοείται δηλαδή συναίνεση που να αφορά αόριστα οποιεσδήποτε ιατρικές επεμβάσεις στο μέλλον. Για να είναι ισχυρή, λοιπόν, η συναίνεση πρέπει να καλύπτει πλήρως την ιατρική πράξη και κατά το συγκεκριμένο περιεχόμενό της και κατά το χρόνο της εκτέλεσής της. (άρθ. 12 παρ. 2δ του ΚΙΔ)

Δ)  ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΝΑ ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΙ

Είναι γεγονός ότι στο νόμο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση για την περίπτωση που ο δικαιοπρακτικά ικανός ασθενής έχει χάσει τις αισθήσεις του ή λόγω της κατάστασής του αδυνατεί να συναινέσει. Στις περιπτώσεις αυτές, λοιπόν, η άρχουσα γνώμη στην Ελλάδα υποστηρίζει ότι εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων. Ωστόσο, η λύση αυτή προσκρούει σε πολλά εμπόδια, καθώς μεταξύ του ασθενούς και του ιατρού έχει συναφθεί σύμβαση και ως εκ τούτου η διενέργεια ιατρικών πράξεων δεν αποτελεί ξένη υπόθεση για τον ιατρό. Μάλιστα, η Σύμβαση του Οβιέδο στο άρθρο 8 ορίζει πως όταν λόγω του επείγοντος της κατάστασης δεν δύναται να ληφθεί η δέουσα συναίνεση, επιτρέπεται να επιτελείται άμεσα κάθε ιατρικώς αναγκαία επέμβαση προς όφελος της υγείας του ενδιαφερομένου ατόμου. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, πως ο ιατρός υπό τους παραπάνω όρους δεν υποχρεούται να λάβει συναίνεση και η ιατρική πράξη νομιμοποιείται απευθείας από το νόμο και όχι θεωρούμενη ως θεμιτή διοίκηση αλλοτριών (άρθρα 730, 732 του ΑΚ).

Μετά τη θέσπιση του Νέου Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, τίθεται το ερώτημα εάν για την αδυναμία του ασθενούς να συναινέσει θα ήταν ορθό να εφαρμοστεί αναλογικά η ρύθμιση του άρθρου 12 παρ.2 β) ββ του ΚΙΔ για την έλλειψη ικανότητας για συναίνεση. Οπότε, αφού στην εξεταζόμενη περίπτωση, ο αναίσθητος ασθενής είναι δικαιοπρακτικά ικανός, δεν έχει δικαστικό συμπαραστάτη και άρα η συναίνεση θα ζητηθεί από τους οικείους του ασθενούς.

Στην καθημερινή πρακτική, ο ιατρός όντως στις περιπτώσεις αυτές συνηθίζει να ζητά συναίνεση από τους οικείους του ασθενούς. Ωστόσο, αν θέλουμε να προστατέψουμε τον δικαίωμα αυτοκαθορισμού του ασθενούς, θα ακολουθήσουμε διαφορετική θεώρηση με βάση το άρθρο 12 παρ. 3 α του ΚΙΔ (που είναι ανάλογο με το προαναφερθέν άρθρο 8 της Σύμβασης του Οβιέδο). Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, στις επείγουσες περιπτώσεις στις οποίες δε μπορεί να ληφθεί κατάλληλη συναίνεση και συντρέχει άμεση ,απόλυτη και κατεπείγουσα ανάγκη παροχής ιατρικής φροντίδας, ο ιατρός δεν υποχρεούται να λάβει συναίνεση και προβαίνει άμεσα στην ιατρική πράξη. Βέβαια, αυτό συμβαίνει μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η κατάσταση εμφανίζει επείγοντα χαρακτήρα. Τότε, η μόνη συνδρομή που μπορούν να δώσουν οι οικείοι είναι πληροφορίες για την υποθετική βούληση του ασθενούς και όχι τη συναίνεσή τους.

Αν δεν υπάρχει επείγουσα ανάγκη για να διενεργηθεί η ιατρική πράξη, εφόσον ο ασθενής πρόσκαιρα μόνον αδυνατεί να συναινέσει και είναι ικανός για δικαιοπραξία, η ιατρική πράξη πρέπει να αναβληθεί εωσότου ο ασθενής ανακτήσει τις αισθήσεις του και μπορεί να ενημερωθεί και να συναινέσει ο ίδιος. Αυτή η λύση επιβάλλεται από την προστασία του δικαιώματος αυτοδιάθεσης του ασθενούς ως προς το σώμα του και την υγεία του, για τα οποία πρέπει ο ίδιος να αποφασίζει.

Στην περίπτωση ,όμως, που ο ασθενής δε μπορεί να ενημερωθεί και να συναινέσει αυτοπροσώπως και η αδυναμία αυτή αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα , τότε θα εφαρμοστεί το άρθρο 12 παρ. 2β) ββ του ΚΙΔ για την έλλειψη ικανότητας για συναίνεση. Συνεπώς, είτε θα διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης, είτε αν ο τελευταίος δεν υπάρχει, θα συναινέσουν οι οικείοι του ασθενούς.

Συμπερασματικά, ο ιατρός έχοντας ως νομιμοποιητική βάση τη Σύμβαση του Οβιέδο και αργότερα το Νέο Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν.3418/2005), μπορεί να επεμβαίνει αυτοβούλως σε επείγουσες περιπτώσεις προς όφελος της υγείας του ασθενούς, όταν δε δύναται να λάβει την πραγματική συναίνεση του τελευταίου. Πριν θεσπιστούν τα παραπάνω νομοθετήματα, η δυνατότητα αυτή του ιατρού δικαιολογείτο από νομικές κατασκευές όπως η εικαζόμενη συναίνεση του ασθενούς και η διοίκηση αλλοτρίων.

5) ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ

Σε αυτό το κεφάλαιο, θα εξετάσουμε πώς ρυθμίζει ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας την περίπτωση που ο νόμος απονέμει την εξουσία συναίνεσης σε τρίτα πρόσωπα, λόγω αδυναμίας δήλωσης συναίνεσης εκ μέρους του ασθενούς και τα πρόσωπα αυτά αρνούνται να συναινέσουν, παρόλο που η παροχή ιατρικής φροντίδας είναι αναγκαία για τη ζωή ή την υγεία του ασθενούς.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της παραπάνω κατάστασης είναι η άρνηση γονέων μαρτύρων του Ιεχωβά να συναινέσουν στη μετάγγιση αίματος στο παιδί τους για θρησκευτικούς λόγους, παρά την κρισιμότητα της υγείας του τελευταίου. Ειδικότερα, λοιπόν, σχετικά με τους ανήλικους, υπάρχει η διάταξη 1534 του ΑΚ , που επιτρέπει στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών να δώσει την άδεια για την αναγκαία ιατρική επέμβαση ύστερα από αίτηση της ιατρικής πλευράς (του θεράποντος ιατρού ή του διευθυντή κλινικής νοσηλείας του ασθενούς ή άλλου αρμόδιου υγειονομικού οργάνου.

Ωστόσο, σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 12 παρ. 3 γ του ΚΙΔ, κατ’ εξαίρεση δεν απαιτείται συναίνεση αν οι γονείς ανήλικου ασθενούς ή συγγενείς ασθενούς που δε μπορεί για οποιοδήποτε άλλο λόγο να συναινέσει ή άλλοι τρίτοι που έχουν την εξουσία συναίνεσης για τον ασθενή αρνούνται να δώσουν την αναγκαία συναίνεση και υπάρχει ανάγκη άμεσης παρέμβασης, προκειμένου να αποτραπεί κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία του ασθενούς. Η διάταξη αυτή, ως μεταγενέστερη διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά το ίδιο ζήτημα, καταργεί το άρθρο 1534 του ΑΚ σιωπηρά. Έτσι, ο ιατρός μπορεί πια να διενεργήσει την ιατρική επέμβαση χωρίς συναίνεση, παρακάμπτοντας την άρνηση και χωρίς άδεια του εισαγγελέα, εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω όροι. Αυτό σημαίνει πως ο ιατρός θα εκτιμήσει μόνος του την κατάσταση και θα κρίνει εάν υπάρχει ανάγκη για να αποτραπεί κίνδυνος ζωής ή υγείας και επομένως ανάγκη παροχής ιατρικής φροντίδας.

Η ρύθμιση αυτή του ΚΙΔ με την ερμηνεία που προηγήθηκε δεν είναι απόλυτα ορθή. Από τη μια πλευρά, η άρνηση του τρίτου δηλώνει τη συνειδητή επιλογή του απέναντι στην ιατρική πράξη, μια επιλογή που ο νόμος εμπιστεύεται σ’ αυτό το πρόσωπο, αναθέτοντας την εξουσία να συναινεί αντί του ασθενούς. Συνεπώς, η βούληση του τρίτου που δικαιούται να συναινεί δεν πρέπει να παρακάμπτεται, παρά μόνο όταν ανακύπτει κίνδυνος ζωής ή σοβαρής βλάβης της υγείας του ασθενούς, όπως όντως προβλέπεται από το άρθρο 12 παρ. 3γ του ΚΙΔ. Από την άλλη πλευρά, ο ιατρός δεν πρέπει να είναι το πρόσωπο που θα αξιολογήσει αποκλειστικά την κατάσταση, αλλά θα ήταν ορθότερο να παρενέβαινε η εισαγγελική κρίση όπως προβλέπει το άρθρο 1534 του ΑΚ, γεγονός που θα επέτρεπε μια πιο ισορροπημένη λύση.

Αυτό που πρέπει να διευκρινιστεί είναι η «έκταση» εφαρμογής της εξεταζόμενης διάταξης, ώστε να μην οδηγηθούμε στο σημείο να αντικαταστήσει η βούληση του ιατρού τη βούληση του αρμόδιου να συναινέσει προσώπου. Αυτό σημαίνει ότι η άρνηση τρίτων δικαιούχων της συναίνεσης δεν πρέπει να παρακάμπτεται σε κάθε περίπτωση θεραπευτικής ιατρικής πράξης με τη δικαιολογία της ενδεχόμενης βλάβης της υγείας του ασθενούς, αλλά μόνο όταν υπάρχει σοβαρή και επικείμενη απειλή για τη ζωή και την υγεία. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί πως η κακή άσκηση της γονικής μέριμνας ,π.χ. αν οι γονείς αρνούνται να υποβληθεί το τέκνο τους στα συνηθισμένα για την ηλικία του εμβόλια, είναι θέμα που δεν αφορά τον ιατρό και δεν τον νομιμοποιεί να προβεί αυθαίρετα σε ιατρική πράξη ως προς το τέκνο, εκτός βέβαια αν υπάρχει επιδημία ασθένειας και ο εμβολιασμός είναι αναγκαίος.

Όπως γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω, η στάθμιση ανάμεσα στην αναγκαιότητα της ιατρικής πράξης και της έκτασης του δικαιώματος επιμέλειας των γονέων ή άλλων προσώπων είναι λεπτό και δυσχερές και γι’ αυτό θα ήταν προτιμότερη και η συνδρομή του εισαγγελέα, ώστε να μη βαρύνεται μόνο ο ιατρός με την κρίσιμη απόφαση.

Τέλος, πρέπει να τονίσουμε πως η ρύθμιση του άρθρου 12 παρ. 3 γ του ΚΙΔ αναφέρεται μόνο στον τρίτο δικαιούχο της συναίνεσης και όχι στην άρνηση συναίνεσης από τον ίδιο τον ικανό για συναίνεση ασθενή. Διότι τόσο στον ΚΙΔ όσο και στη Σύμβαση του Οβιέδο, ορίζεται ευκρινώς ότι για κάθε ιατρική πράξη απαιτείται η συναίνεση του ασθενούς. Σε κανένα νομοθέτημα δεν εισάγεται εξαίρεση ως προς τον παραπάνω κανόνα ακόμα και αν η μη διενέργεια της ιατρικής πράξης έχει ως αποτέλεσμα σοβαρό και άμεσο κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία του ασθενούς. Αυτό σημαίνει ότι ο ασθενής δε μπορεί να υποχρεωθεί σε ορισμένη ιατρική επέμβαση ακόμα και αν είναι σωτήρια για τη ζωή ή την υγεία του, εάν δεν το επιθυμεί. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όμως, ο ιατρός βαρύνεται με πρόσθετες υποχρεώσεις ενημέρωσης.

6) ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ

Από την περίπτωση που ο ασθενής αρνείται να υποβληθεί σε σωτήρια για τη ζωή ή την υγεία του ιατρική επέμβαση διακρίνεται η περίπτωση της απόπειρας αυτοκτονίας. Ο ΚΙΔ ακολουθώντας αλληλεγγυητική θεώρηση, δεν επιτρέπει την υποχώρηση του καθήκοντος του ιατρού σε περιπτώσεις όπως αυτή του αυτόχειρα. Με βάση το άρθρο 12 παρ.3 β του ΚΙΔ, ο ιατρός μπορεί να προχωρήσει στην ιατρική πράξη χωρίς συναίνεση στην περίπτωση απόπειρας αυτοκτονίας.

Διαπιστώνουμε, λοιπόν, πως ο νομοθέτης μένει πιστός στην πρωταρχική αποστολή της ιατρικής που είναι η διάσωση της ανθρώπινης ζωής θεωρώντας την απόφαση αυτοκτονίας μη σεβαστή. Σε κάθε περίπτωση, το κατά πόσον η απόφαση για αυτοκτονία μπορεί να ενταχθεί μέσα στα επιτρεπτά όρια του δικαιώματος αυτοδιάθεσης συνιστά γενικά ένα ζήτημα αμφιλεγόμενο.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η συναίνεση του ασθενούς πριν από τη διενέργεια μιας ιατρικής πράξης αποτελεί καίριο ζήτημα του ιατρικού δικαίου. Ο Νέος Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας κατάφερε να εισάγει λεπτομερείς ρυθμίσεις και να καλύψει νομοθετικά κενά του παρελθόντος, διευθετώντας με σαφή τρόπο, ανάμεσα σ’ άλλα, και το θέμα της συναίνεσης. Ωστόσο, δε λείπουν ατέλειες στη διατύπωσή του, οι οποίες δυσχεραίνουν την εφαρμογή του καθώς και παραλείψεις, όπως η μη ρύθμιση της περίπτωσης λήψης συναίνεσης όταν ο ασθενής δεν έχει τις αισθήσεις του.

Οι διατάξεις του Νέου ΚΙΔ διαπνέονται από πνεύμα προστασίας των ατομικών ελευθεριών, σεβασμού της ανθρώπινης ζωής και εκφράζουν το αλληλεγγγυητικό καθήκον του ιατρού. Επιπλέον, ισορροπούν μεταξύ του πατερναλισμού, σύμφωνα με τον οποίο ο ιατρός είναι κυρίαρχος στη σχέση του με τον ασθενή ως πατέρας προς το παιδί του, και της αυτονομίας με βάση την οποία ο ασθενής διαμορφώνει τις αποφάσεις του κατά βούληση.

Τέλος, θεωρώ ότι οι δεοντολογικοί κανόνες σκοπό έχουν να ενισχύουν την επιμέλεια του ιατρού, χωρίς, όμως, να τον αδρανοποιούν καταπνίγοντας κάθε πρωτοβουλία του, διότι για να εξελιχθεί μια ιατρική σύμβαση προς όφελος του ασθενούς, πρωτίστως πρέπει να διαφυλαχθεί η σχέση εμπιστοσύνης και οικειότητας μεταξύ του τελευταίου και του ιατρού.

Επιμέλεια: Λαμπρινή Μήττα, Ασκούμενη Δικηγόρος.

Η παρούσα εργασία εκπονήθηκε στο πλαίσιο παρακολούθησης του μαθήματος «Ιατρικό Δίκαιο» του Τομέα Α’ Ιδιωτικού Δικαίου του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών το ακαδημαϊκό έτος 2007-2008.


0 σχόλια

Πρέπει να είστε συνδεδεμένος να στείλετε ένα σχόλιο.

Athens CSI stories

Newsletter

Loading...Loading...


Ψηφοφορία

Ανωνυμία στο διαδίκτυο. Τι πιστεύετε;

Εμφάνιση Αποτελεσμάτων

Loading ... Loading ...
Ειδήσεις από το εξωτερικό