f Δικαστική και Διοικητική Απέλαση Αλλοδαπών - eThemis: Το ελληνικό νομικό site full screen background image

Μελέτες no image

Published on Μαΐου 22nd, 2008 | by Δημήτρης Αναστασόπουλος

Χωρίς σχόλια

Δικαστική και Διοικητική Απέλαση Αλλοδαπών

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΕΛΑΣΗ

Επιμέλεια: Δημήτρης Αναστασόπουλος, Δικηγόρος
και διαχειριστής του indubio.gr

Η πνευματική ιδιοκτησία αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της. Επισημαίνεται πάντως ότι κατά τον Ν. 2121/1993 και κατά τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (που έχει κυρωθεί με τον Ν. 100/1975), απαγορεύεται η αναδημοσίευση και γενικά η αναπαραγωγή του παρόντος έργου, με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά ή περιληπτικά, στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση ή άλλη διασκευή, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

I.ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ

Η απέλαση αλλοδαπών στο Ελληνικό Δίκαιο, και δη στο Ποινικό, απαντάται ήδη στον Ποινικό Νόμο, όπου στο α.37 προβλέπεται το εξής: «Εις όλας τας περιπτώσεις, καθ’ας εγχώριοι τίθενται υπό αστυνομικήν επιτήρησην, ξένοι θέλουν απελαύνεσθαι της χώρας, και φέρεσθαι πέραν των ορίων». Ο τότε νομοθέτης, ρυθμίζοντας στα α.35-37Π.Ν. τον τρόπο εφερμογής της αστυνομικής επιτήρησης, ορίζει ότι αυτή σημαίνει την απαγόρευση διαμονής σε ένα συγκεκριμένο τόπο του ατόμου που του επιβάλλεται (α.35 Π.Ν.), ορίζοντας ρητά ότι το μέτρο αυτό επεκτεινόμενο δεν μπορεί να οδηγήσει ποτέ σε εξορισμό ενός ημεδαπού. Αντιθέτως, ορίζει ότι σε όσες περιπτώσεις ορίζεται ως μέτρο η αστυνομική επιτήρηση για τους ημεδαπούς, οι ξένοι απελαύνονται από τη χώρα. Σε περίπτωση μάλιστα αυθαιρέτου επανόδου στη χώρα του απελαθέντος προβλέπεται η τιμωρία της τρίμηνης φυλάκισης και η μετά αυτής απέλαση ξανά από τη χώρα (Π.Ν. α.188).
Στο σχέδιο του 1933 στο α.58 συναντάμαι τη βούληση του νομοθέτη να μην εξαρτά την απέλαση από απόφαση της αστυνομικής αρχής, αλλά αναθέτει στο Δικαστή την οριστική περί αυτής απόφαση, ενώ, κρίνοντας ως πολύ αυστηρή τη διαρκή και αμετάκλητη απέλαση, προσθέτει και την παρ.2 κατά την οποία οι απελαθέντες αλλοδαποί μπορούν να επιστρέφουν μετά την πάροδο πενταετίας, βάσει β.διατάγματος που το επιτρέπει.
Στον μετέπειτα ΠΚ στο α.74 έχουμε πλέον την πρώτη πιο εξειδικευμένη και ολοκληρωμένη ρύθμιση για την απέλαση αλλοδαπών, στην οποία προβλέπεται ότι δύναται να διαταχθεί από το δικαστήριο η απέλαση αλλοδαπού που καταδικάσθηκε σε κάθειρξη ή φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, μετά την οριστική απόλυση του από τη φυλακή.Να σημειωθεί εδώ ότι ενώ στο προηγούμενο σχέδιο του ΠΚ υπήρχε η πρόβλεψη ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού αν κρίνει ότι αυτός είναι επικίνδυνος για την εγχώρια έννομη τάξη, αυτή καταργήθηκε κατά την τελευταία αναθεώρηση του 1947 με την αιτιολογία ότι δεν πρέπει να τίθενται περιορισμοί στην απομάκρυνση από τη χώρα αλλοδαπών που διετάραξαν την έννομη τάξη. Αυτονόητο είναι ωστόσο ότι το επικίνδυνον, που αποτελεί προυπόθεση κάθε μέτρου, πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστή(Μπουρόπουλος,ΕρμΠΚ 184,υποσ.2).
Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται η δυνατότητα απέλασης αλλοδαπού στον οποίο επεβλήθη μέτρο ασφαλείας των άρθρων 69,71 και 72, καθώς και δυνατότητα αντικατάστασης των μέτρων αυτών με απέλαση. Τέλος, παρέχεται δικαίωμα επιστροφής στη χώρα του απελαθέντος μετά την πάροδο τριετίας και με άδεια του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Με το α.1 Ν.1941/91 τροποποιήθηκε το αρχικό κείμενο του α.74 καταργώντας το όριο της ποινής φυλακίσεως που έθετε ως προυπόθεση για την απέλαση, παρέχοντας τη δυνατότητά απελάσεως σε κάθε καταδίκη σε ποινή φυλακίσεως, ακόμη και κατώταρη του έτους, με στόχο τη διεύρυνση εφαρμογής του μέτρου ώστε να ενισχυθεί η προσπάθεια αποσυμφορήσεως των ελληνικών φυλακών(1).
Η διάταξη του α.74 ΠΚ έλαβε τη σημερινή μορφή της μετά την αντικατάστασή της από το α.1 παρ.2 Ν.2408/96.

II.ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΕΛΑΣΗ

Α)ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΡΥΘΜΙΣΗ-ΦΥΣΗ-ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Η δικαστική απέλαση σήμερα όπως ορίζεται στο α.74 Π.Κ. είναι μέτρο περιοριστικό της ελευθερίας(2) και διατάσσεται από το δικαστήριο όχι υποχρεωτικά, αλλά δυνητικά(3). Κατ’εξαίρεση έχουμε υποχρεωτική και ισόβια απέλαση, ακόμη και σε περίπτωση αθωώσεως(4), αν παραβιάσθηκε οποιαδήποτε διάταξη της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά, εκτός εάν σπουδαίοι οικογενειακοί ή προσωπικοί λόγοι δικαιολογούν την παραμονή τους στη χώρα (α.17 παρ.2 Ν.1729/1987). Λόγω,δε,του χαρακτήρα της ως μέτρου ασφαλείας, και όχι ως παρεπόμενης ποινής, δεν αίρεται με χάρη(5).
Δεδομένου ότι η επικινδυνότητα του δράστη αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή κάθε περιοριστικού της ελευθερίας μέτρου ασφαλείας, γίνεται δεκτό ότι η απέλαση διατάσσεται υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο εκτιμώντας την όλη προσωπικότητα του καταδικασθέντος καθώς και τις συνθήκες, τα αίτια, τον σκοπό και τον τρόπο τελέσεως του εγκλήματος, κρίνει ότι ο καταδικασθείς αλλοδαπός είναι επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη λόγω του ότι κρίνεται επιρρέπης στη διάπραξη νέων εγκλημάτων(6).
Η ισχύουσα ρύθμιση του α.74 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε από το α.1 παρ.2 Ν.2408/96, κάνει για πρώτη φορά τη διάκριση μεταξύ νομίμως και παρανόμως ευρισκόμενων στη χώρα αλλοδαπών, προβλέποντας για τους νομίμως ευρισκόμενους στη χώρα αλλοδαπούς ελάχιστο όριο απελάσεως ποινή φυλακίσεως τριων μηνών ενώ για τους παράνομους δυνατότητα απέλασης ανεξαρτήτως ύψους ποινής φυλάκισης. Το α.74 ΠΚ εμπεριέχει ειδική πρόβλεψη για τους ανήλικους αλλοδαπούς (α.74 ΠΚ παρ. 1 εδαφ.β ) και για το χρόνο εκτέλεσης της απέλασης (α.74 ΠΚ παρ.1 εδαφ.δ). Στην παρ.2 ορίζει ότι το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση από τη χώρα κάθε αλλοδαπού στον οποίο επιβλήθηκε μέτρο ασφαλείας των α.69,71 και 72 ή σε αντικατάσταση των μέτρων αυτών.Ακόμα, στην παρ.3 καθορίζει τη διαδικασία επιστροφής του απελαθέντος και στην τελευταία παρ. (4) ότι ο αλλοδαπός, μέχρι την απέλαση του εξακολουθεί να παραμένει κρατούμενος σε ειδικούς χώρους των καταστημάτων κράτησης ή θεραπευτικών καταστημάτων.
Άλλες σχετικές διατάξεις του ΠΚ είναι το α.99ΠΚ παρ.2 που ρυθμίζει την αναστολή της επιβληθείσας στον αλλοδαπό ποινής και την άμεση εκτέλεση της απέλασης και το α.105 ΠΚ παρ.4 που ρυθμίζει την υπό όρο απόλυση καταδίκου του οποίου έχει διαταχθεί η απέλαση, ορίζιντας ότι αυτή εκτελείται αμέσως μετά την υπό όρο απόλυση, εκτός αν η απέλαση είναι αδύνατη, οπότε απολύεται ο κατάδικος και αρχίζει ο χρόνος δοκιμασίας.
Τέλος, κατά α. 1 του ν.1705187 που κυρώνει το πρωτ. του 1984 περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κάθε αλλοδαπός που έχει νόμιμα τη διανομή του στην επικράτεια ενός Κράτους δεν απελαύνεται παρά μόνο μετά από απόφαση που έχει ληφθεί σύμφωνα με το νόμο, ενώ του δίδεται η δυνατότητα να προτείνει επιχειρήματα κατά της απέλασης του, να τύχει η υπόθεση του επανεξέτασης και να εκπροσωπείται για τους σκοπούς αυτούς ενώπιον κάθε αρμόδιας αρχής.Εξαίρεση από τα ανωτέρω δικαιώματα προβλέπεται όταν αυτή η απέλαση είναι αναγκαία για το συμφέρον της δημόσιας τάξης ή επιβάλλεται για λόγους εθνικής ασφάλειας.

ΙΙΙ.Η ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ «ΑΛΛΟΔΑΠΟΥ»

Παθητικό υποκείμενο του ασφαλιστικού μέτρου της απελάσεως είναι μόνον αλλοδαποί, δηλαδή πρόσωπα που δεν έχουν την Ελληνική ιθαγένεια ή είναι απόλιδες(7). Ημεδαποί υπήκοοι δεν υπόκεινται ποτέ σε απέλαση(8). Σε περίπτωση διπλής ιθαγένειας ( ελληνικής και αλλοδαπής) είναι δυνατή η απέλαση, εφόσον ο κατηγορούμενος συναινεί παραιτούμενος από τα ευεργετήματα και δικαιώματα, που του παρέχει η ελληνική ιθαγένεια(9). Κατά α.4 παρ.1 ΠΚ η ιδιότητα του καταδικασθέντος ως αλλοδαπού κρίνεται κατά το χρόνο της καταδίκης. Επομένως, αν ο καταδικασθείς απέκτησε την ελληνική ιθαγένεια μετά την τέλεση της πράξης και πριν από την εκδίκαση της, δεν εφαρμόζεται το α.74(10).
Πέραν της ρητής επιφύλαξης του α.74 παρ.1, κατά την οποία η δυνατότητα απελάσεως βρίσκει τα όρια της στις διατάξεις διεθνών συμβάσεων που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα, ανακύπτει το ειδικότερο ζήτημα κατά πόσον είναι δυνατή η απέλαση από την Ελλάδα αλλοδαπού υπηκόου άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαιϊκής Ένωσης, ενόψει των α.48 και 52 της Συνθήκης της ΕΟΚ(11), τα οποία κατοχυρώνουν την ελεύθερη κυκλοφορία και εγκατάσταση των εργαζομένων εντός της κοινότητας χωρίς διάκριση ιθαγένειας με την επιφύλαξη των περιορισμών που δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξης.
Γενικότερα από το χώρο του διεθνούς δικαίου συνάγεται μια σειρά γενικών κανόνων που πρέπει να διέπουν την επιβολή του μέτρου, οι οποίοι αναλύονται ως εξής: α) δεν πρέπει η επιβολή να αποτελεί να αποτελεί κατάχρηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας της πολιτείας, β) η απέλαση δεν πρέπει να παραβιάζει άλλους διεθνείς κανόνες, γ) οι συνθήκες της απέλασης δεν πρέπει να προσβάλουν το ελάχιστο μέτρο προστασίας των αναγνωριζομένων από το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την επιβολή του μέτρου πρέπει να συνοδεύει εύλογη αιτία, δ) η απέλαση δεν επιτρέπεται να αποτελεί συγκεκαλλυμένη έκδοση(12).
Το ειδικότερο πρόβλημα που προκύπτει εδώ με τους αλλοδαπούς υπηκόους άλλων κρατών μελών της Ευρωπαιϊκης ‘Ενωσης προκύπτει από τη δεσμευτικότητα και την υπερίσχυση των κανόνων της τελευταίας έναντι του εσωτερικού δικαίου των κρατών μελών, και της χώρας μας (α.28 Συντ) που δεν επιτρέπει την άνιση μεταχείρηση υπηκόων κρατών μελών της ΕΕ σε χώρες της Ένωσης. Πιο συγκεκριμένα, με τις διατάξεις 48 και 52 της συνθήκης της ΕΟΚ διασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, η ελεύθερη εγκατάσταση και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στα πλαίσια της ΕΕ, δικαιώματα τα οποία δεν επιτρέπεται να αναιρούνται από ρυθμίσεις των νομοθεσιων των κρατών-μελών. Βάσει δε της αρχής της «αναλογικότητας εν στενή έννοια», επιβάλλεται και σε αυτό το επίπεδο η στάθμιση του επιδιωκόμενου στόχου με την κρατική επέμβαση σε κάποιο ατομικό δικαίωμα, ώστε εάν από την αντιπαράθεση του δημοσίου και του ιδιωτικού συμφέροντος προκύπτει ότι υπέρμετρα και δυσανάλογα θίγεται το τελευταίο εν σχέση προς την αποκομιζόμενη δημόσια ωφέλεια, τότε η αρχή της αναλογικότητας δρώντας διορθωτικά περιορίζει την κρατική επέμβαση μέχρι να καταστεί ανάλογη προς τους υπαγορευόμενους από το δημόσιο συμφέρον στόχους(13).Υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να θεωρηθεί και η απέλαση αλλοδαπών υπηκόων κρατών-μελών της ΕΕ.
Έχει μάλιστα υπογρμμισθεί ότι ειδικά όσον αφορά τις υποχρεωτικά επιβαλλόμενες ποινικές κυρώσεις και, δη, τις παρεπόμενες ποινές (όπως η προβλεπόμενη στο α.17 παρ. 2ν.1729/1987 απέλαση των αλλοδαπών παραβατών του νόμου περί ναρκωτικών), η επιβολή τους αθροιστικά με ήσσονος βατύτητας κύρια ποινή (της οποίας είναι δυνατόν η εκτέλεση να έχει ανασταλλεί), προσκρούει στη ρητή επιταγή του άρθρου 2 Συντ., εφ’όσον διόλου δεν συμβάλλει με τον τρόπο αυτό στην ικανοποίηση της ποινικής αξίωσης της Πολιτείας δια της επιβολής δίκαιης ποινής στον ένοχο δράστη, αλλά εκτρέπεται στη μεταχείριση του τυχαίου κατηγορούμενου ως μέσου άσκησης γενικοπροληπτικής πολιτικής μέσω του εκφοβισμού των λοιπών κοινωνών.
Η αρχή της αναλογοκότητας, βεβαίως, εφαρμόζεται και από το κοινοτικό δίκαιο, ενώ το ΔΕΚ στην υπόθεση Internationale Handelsqesellschaft mbH κατά Einfuhr und Vorratsstelle fur Getreide und Futtermittel(14) στις 17.12.1970 αποφαίνεται ότι η αναλογικότητα περιλαμβάνεται στις γενικές αρχές του κοινοτικού Δικαίου. Επιπλέον, η νομολογία του δικαστηρίου γνωρίζει την αρχή της αναγκαίας αναλογίας, κατά την οποία οι εσωτερικές διατάξεις «δεν επιτέπεται να υπερβαίνουν το απολύτως αναγκαίο μέτρο» και να περιορίζουν «τις επιδιωκόμενες από τη Συνθήκη Ελευθερίες», θεσπίζοντας κυρώσεις δυσανάλογες προς τη βαρύτητα του αδικήματος(15).
Προσοχής εν προκειμένω χρήζει η απόφαση του ΔΕΚ C-348/96(16). Ο Άρειος Πάγος με την υπ’αριθμόν 1061/1996 απόφαση του απηύθυνε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με εκκρεμούσα ενώπιον του αίτηση αναίρεσης της Ιταλίδας υπηκόου Donatella Calfa, η οποία είχε καταδικασθεί με την υπ’αριθμόν 2139//1995 απόφαση του Τριμ.Πλημμ.Ηρακλείου για παράβαση του άρθρου 12 παρ.1 Ν.1729/1987 (κατοχή ναρκωτικών ουσιών για προσωπική χρήση) σε φυλάκιση τριών (3) μηνών, ενώ ως παρεπόμενη ποινή κατά α.74 Π.Κ. διατάχθηκε η απέλαση της υπό την Ελληνική επικράτεια, δεδομένου ότι θεωρήθηκε στην περίπτωση της ότι «δεν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι που να δικαιολογούν την παραμονή της στη χώρα». Με την αίτηση αναιρέσεως της η Donatella Calfa επικαλέσθηκε, εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 17 παρ.2 Ν. 1729/1987 από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ισχυρίσθηκε ότι κακώς το τελευταίο εφήρμοσε την εν λόγω διάταξη επί κοινοτικού υπηκόου και διατάχθηκε, συνεπεία τούτου, η ισόβια απέλαση της από τη χώρα, ενώ δεν έπρεπε καν να τύχει εφαρμογής, δεδομένου ότι αντιστρατεύεται τις υπερνομοθετικής ισχύος (28 Συντ.) διατάξεις των άρθρων 8,8Α,48,59 Συνθ.Εκ. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι από 17/2/1998 προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα του ΔΕΚ Antonio La Pergola. Εξετάζοντας την επίκληση από την Ελλάδα συνδρομής λόγων δημόσιας τάξης, συνδεόμενων με την αποτροπή του κινδύνου που συνιστά για την κοινωνία η διάδοση των ναρκωτικών ουσιών, οι οποίοι επιτρέπουν την κατ’εξαίρεση (σύμφωνα με την Οδηγία 64/22) (Ε.Ο.Κ.) επιβολή περιοριστικών μέτρων στην ακώλυτη άσκηση της ελευθερίας παροχής και αποδοχής υπηρεσιών, υπογραμμίζει ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις τούτο είναι αποδεκτό, εφ’όσον το απελαυνόμενο πρόσωπο και η ατομική του κατάσταση συνιστά ενεστώσα και αρκετά σοβαρή απειλή κατά ενός θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας, χωρίς να αρκεί για την διαπίστωση αυτή η ύπαρξη και μόνο ποινικής του καταδίκης. Τονίζει δε ότι τα μέτρα απέλασης πρέπει οπωσδήποτε να ανταποκρίνονται στο κριτήριο της αναλογικότητας(17).
Το ΔΕΚ εξέδωσε την υπ’αριθμόν 1/19-7-1999 απόφαση, κατά την οποία το μέτρο της απέλασης παρεμποδίζει την ελεύθερη διακίνηση των πολιτών της Ευρωπαϊκης Ένωσης και αντίκειται ευθέως στις διατάξεις του α.48 της συνθήκης προσχώρησης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκες κοινότητες. Συνεπώς, η σχετική διάταξη της Ελληνικής νομοθεσίας κρίνεται αντίθετη προς το Κοινοτικό Δίκαιο και άρα ανεφάρμοστη για τους υπηκόους Κρατών Μελών της Ε.Ε., απορρίπτοντας τα επιχειρήματα της Ελληνικής πλευράς περί λόγων δημοσίας τάξεως, τονίζοντας ότι η σχετική εξαίρεση (α.3 της 64/221 οδηγίας της ΕΟΚ) θα πρέπει να ερμηνεύεται αποκλειστικά βάσει της προσωπικής συμπεριφοράς του ατόμου(18).
Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Γ.Αποστολάκης(19), και το οποίο πρεπεί να θεωρήσουμε γενικά αποδεκτό, είναι ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν έχουν την εξουσία να επιβάλλουν ως παρεπόμενη ποινή την απέλαση αλλοδαπού υπηκόου Κράτους Μέλους της Ε.Ε. γιατί διαφορετικά παρεμποδίζεται το δικαίωμα των Ευρωπαίων πολιτών για ελεύθερη κυκλοφορία και εγκατάσταση. Εξαίρεση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από λόγους δημοσίας τάξης. Επομένως, το α.74 Π.Κ. και οι σχετικές διατάξεις ειδικών ποινικών νόμων είναι ανεφάρμοστες για τους πολίτες αυτούς και υποχωρούν προ των ρυθμίσεων της κοινοτικής έννομης τάξης που υπερισχύει του Ελληνικού εσωτερικού δικαίου19.

IV.Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΑΠΕΛΑΣΗΣ

Α).ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Η διαδικασία για την εκτέλεση της δικαστικής απέλασης δεν καθορίζεται στη διάταξη α.74 και γι αυτό αρχικά εφαρμόστηκαν αναλογικά οι διατάξεις της υπ’αριθμόν 4803/13/7Α/18-6-1992 Κ.Υ.Α., η οποία είχε εκδοθεί κατ’εξουσιοδότηση του α.27 παρ.2 Ν.1975/91 και ρύθμιζε την εκτέλεση των αποφάσεων για τη διοικητική απέλαση(20). Υποστηρίζεται, βάσει των ανωτέρων διατάξεων, ότι η διάρκεια κρατήσεως του υπό απέλαση αλλοδαπού δεν προσδιορίζεται διαφορετικά, παρά μόνο από το σκοπό της, που έγκειται στην παροχή προς τα αρμόδια όργανα της αναγκαίας χρονικής ευχέρειας για την τακτοποίηση χωρίς καθυστέρηση όλων των πρόσφορων ενεργειών για την πραγματοποίηση της απέλασης(21). Βραχύχρονη παραμονή στη χώρα του υπό απέλαση αλλοδαπού υπό καθεστώς ελεγχόμενης ελευθερίας μπορεί να διαταχθεί από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης σε κάθε περίπτωση που για οποιονδήποτε νομικό ή πραγματικό λόγο δεν είναι εφικτό να πραγματοποιηθεί άμεσα η απέλαση, πέραν των λόγων που αναφέρονται στην ΚΥΑ, και όταν διαπιστώνεται δράση του αλλοδαπού υπέρ της ελευθερίας, όταν πρόκειται για πρόσφυγες, των οποίων η ζωή και η ελευθερία απειλείται στη χώρα καταγωγής, καθώς και όταν κρίνεται ότι ο αλλοδαπός θα κινδυνεύσει να υποστεί βασανιστήρια(22).
Τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκε στην πράξη οξύτατο πρόβλημα από την αδυναμία άμεσης εκτέλεσης της απέλασης αλλοδαπών λόγω του ότι αυτοί είτε στερούνται ταξιδιωτικών εγγράφων και δεν υπάρχει διπλωματική εκπροσώπηση της χώρας καταγωγής του για την έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων είτε προέρχονται από χώρες για τις οποίες ισχύει διεθνές εμπάργκο. Με αφορμή την κατάσταση αυτή αναπτύχθηκε έντονη προβληματική, που γενικεύεται ξεφεύγοντας από τα πλαίσια μόνο του ανωτέρω ζητήματος, για το εδώ ανακύπτον θέμα κατά πόσο είναι νόμιμη ή όχι η κράτηση στη φυλακή των τελόντων υπό δικαστική απέλαση αλλοδαπών, ιδίως μάλιστα όταν υπάρχει η πρόβλεψη στο α.74 Π.Κ. παρ.4 ότι «ο αλλοδαπός, μέχρι την απέλαση του, εξακολουθεί να παραμένει κρατούμενος σε ειδικούς χώρους των καταστημάτων κράτησης ή θεραπευτικών καταστημάτων».
Κατά μια άποψη(23), η θέσπιση των διατάξεων του α.74ΠΚ παρ4 και α.99ΠΚ παρ 2περ.γ’, οι οποίες επεβλήθησαν εξαιτίας λόγων κυρίως πρακτικής φύσεως και λειτουργικών αδιεξόδων των αστυνομικών υπηρεσιών, δεν συνεπάγονται σε καμμία περίπτωση έλλειψη νομιμότητας της κράτησης σε φυλακές για τις ανάγκες της απελάσεως των υπό απέλαση τελούντων αλλοδαπών, δεδομένου ότι ο νομοθέτης ρητά θέλησε και, δια της διατάξεως του α.74 παρ.4 Π.Κ., την και μετά την έκτιση της ποινής κράτηση του υπό δικαστική απέλαση τελούντος αλλοδαπού, χωρίς παραλλήλως να εξοπλίζει με ρήτρα ακυρότητας της κρατήσεως τη συγκεκριμένη διάταξη, σε περίπτωση μη πραγματοποιήσεως της κράτησης σε ειδικούς χώρους των σωφρονιστικών καταστημάτων.Ακόμη υποστηρίζεται ότι δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση η νομιμότητα της ακολουθούμενης πρακτικής αφού και κατ’αρ.5 παρ.1 περ. στ’ της Ευρωπαϊκης Συμβάσεως Ανθρωπίνων Δκαιωμάτων υπάρχει η πρόβλεψη ότι δύναται να στερηθεί κάποιος της ελευθερίας του, κατά τη νόμιμη διαδικασία, αν «εναντίον του εκκρεμεί διαδικασία απελάσεως ή εκδόσεως», ενώ παραμένει αυτονόητο και κατ’ αρ.5 παρ.4 της Ε.Σ.Δ.Δ., ότι η κράτηση θα πρέπει να περατώνεται εντός ευλόγου και κατά το δυνατόν βραχύτερου χρονικού διαστήματος. Νόμιμος δικαστικός τίτλος, δυνάμει του οποίου και έως ότου καταστεί δυνατή η απέλαση κρατείται ο αλλοδαπός, αποτελεί η απόφαση που επιβάλει το ασφαλιστικό μέτρο της απέλασης, αφού εν τη επιβολή του μέτρου εμπεριέχεται και η προς υλοποίηση αυτού αναγκαία κράτηση του καθ’ου. Ανώτατο χρονικό όριο της κράτησης, κατ’αρ.75 παρ.1ΠΚ, είναι τα τρία έτη, όπως ισχύει για όλα τα μέτρα ασφαλείας, χωρίς όμως να θίγεται εξ’αυτού η αναγκαιότητα της κατά το δυνατόν συντομοτέρας περαιώσεως-άρσεως της εκκρεμότητας της απέλασεως.
Σύμφωνα όμως με άλλη άποψη(24), η κράτηση των τελούντων υπό απέλαση αλλοδαπών στις φυλακές, στους ίδιους χώρους με τους υπόλοιπους κατάδικους και υπόδικους, δεν είναι νόμιμη και οδηγεί ευθέως στην άμεση απόλυση τους από τη φυλακή. Γίνεται μάλιστα επίκληση του α.5 παρ 1 της ΕΣΔΑ σήμειο στ’, προς απόδειξη του ανωτέρω, (όπως γίνεται και στην παραπάνω υποστηριζόμενη άποψη, από αντίθετη όμως σκοπιά), το οποίο σε συνδυασμό με την παρ.4 του ίδιου άρθρου, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η διάρκεια της κρατήσεως του υπό απέλαση τελούντος στη φυλακή θα πρέπει να είναι βραχύτατη και η απολύτως αναγκαία. Επίσης, σε περιπτώσεις αδυναμίας εκτελέσεως της απελάσεως και εφαρμογής έτσι του α.75 παρ 1 ΠΚ, που δύναται να οδηγήσει σε παρέλευση της τριετίας χωρίς την εκτέλεση της απέλασης, η τριετής αυτή κράτηση είναι άνευ νομίμου δικαστικού τίτλου και επομένως παράνομη. Υπάρχει μάλιστα και σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ που κρίνει επί του ζητήματος.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η υπόθεση Μοχάμεντ Ντοκούς κατά Ελλάδας(25). Στην επίδικη περίπτωση, ο προσφεύγων, Σύριος υπήκοος, τελούσε υπό κράτηση (αρχικώς στα κρατητήρια Δραπετσώνας και στη συνέχεια στο κτίριο της Ασφάλειας) καθ’ο διάστημα εκκρεμούσε η εκτέλεση της απελάσεως του, η οποία είχε διαταχθεί με απόφαση του Συμβ.Πλημμ.Πειραιά. Το δικαστήριο με την 8/2/2000 απόφαση έκρινε παραδεκτές και δεκτικές περαιτέρω διερεύνησης τις αιτιάσεις του προσφεύγοντος σχετικά με τις συνθήκες, τη νομιμότητα και τη διάρκεια της κράτησης του και, τέλος, την έλλειψη ένδικων μέσων ελέγχου των άνω ζητημάτων στο Ελληνικό δίκαιο.
Λύση στο πρόβλημα επιχειρήθηκε να δοθεί με την ΚΥΑ 137954/16-10-2000(26), με την οποία καθορίζεται η διαδικασία εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, που διατάσσουν την απέλαση. Ειδικότερα, στο α.3 προβλέπεται ότι όταν η δικαστική απέλαση δεν είναι δυνατόν να εκτελεσθεί αμέσως για οποιονδήποτε λόγο, ο εισαγγελέας εκτελέσεως απευθύνεται στο τριμελές Πλημ/κείο για την άρση της τυχόν χορηγηθείσας αναστολής εκτέλεσης της ποινής και την έκτιση της, ενώ αν η απέλαση είναι ανέφικτη και μετά την έκτιση της ποινής το Τριμελές Πλημ/κείο μπορεί να αποφασίσει την παραμονή του αλλοδαπού στη χώρα με περιοριστικούς όρους. Αρμόδιος εισαγγελέας εκτελέσεως είναι εκείνος του Δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου κρατείται ο υπό απέλαση αλλοδαπός(27). Επίσης, στην παρ.5 του α.99 ΠΚ προβλέπεται ότι αν ο αλλοδαπός έχει κτίσει με οποιονδήποτε τρόπο την ποινή του και η απέλαση του, που έχει διαταχθεί με δικαστική απόφαση, δεν είναι δυνατή, η απέλαση αναστέλλεται με απόφαση του Τριμ.Πλημ/κειου του τόπου έκτισης της ποινής, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, που είναι αρμόδιοςγια την εκτέλεση της ποινής. Κατά τη χορήγηση της αναστολής το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει τους όρους που προβλέπονται στην παρ.2 του α.100Α ή ορισμένους από αυτούς. Αν εκλείψουν οι λόγοι που επέβαλαν την αναστολή της απέλασης η απόφαση για την χορήγηση της ανακαλείται με την ίδια διαδικασία. Ωστόσο, παρά τη ρύθμιση της ΚΥΑ 137954/2000, παραμένουν έντονες ενστάσεις και αμφισβητήσεις για τη διάταξη της παρ.4Α.74 ΠΚ, που προβλέπει παραμονή του αλλοδαπού μέχρι την απέλαση του υπό κράτηση σε ειδικούς χώρους των καταστημάτων κράτησης. Έχει δε υποστεί σφοδρή κριτική, κυρίως για το λόγο ότι συνεπάγεται αόριστη παράταση του χρόνου κρατήσεως τουυπό απέλαση αλλοδαπού μετάτην έκτιση της ποινής χωρίς νομιμοποιητική δικαστική απόφαση, κάνοντας λόγο και για αντισυνταγματικότητα της διάταξης(28).
Κατά μια υποστηριζόμενη άποψη(29), η απέλαση είναι ένα μέτρο εξίσου απεχθές με την ποινή, που με τη μεταμφίεση της σε μέτρο ασφαλείας έχει ως συνέπεια να μη συνοδεύεται από τις εγγυήσεις που προβλέπονται για τις ποινές και αφετέρου να διεκδικεί την ποινική αποσημασιολόγηση της, ενώ αντιθέτως η απέλαση πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ποινή, καθώς πράγματι είναι, περιβαλλόμενη με τις ανάλογες εγγυήσεις και όρια, κάτι που δε συμβαίνει σήμερα με την ευρεία εφαρμογή της κράτησης του υπό απέλαση αλλοδαπού στη φυλακή ως μέσου εκτέλεσης της απέλασης, με αποτέλεσμα, για λόγους που ήδη αναφέρθηκαν παραπάνω, να καταστρατηγείται η βασική αρχή της αναλογίας μέσου-σκοπού. Η υλοποίηση μιας απέλασης, ακόμα και αν έτσι εκτελείται δικαστική απόφαση, δε διαθέτει κάποια υπέρτατη αξία στο δικαστικό μας σύστημα και, και συνεπώς, η διασφάλιση της απέλασης δε σημαίνει ότι δίχως άλλο προσφέρει επαρκεί δικαιολόγηση για κάθε μέτρο που την υπηρετεί (εδώ η κράτηση) ακόμα και αν αυτό αποτελεί conditio sine qua non, πολλώ μάλλον όταν θίγεται η προσωπική ελευθερία του ατόμου. Αριθμούνται, περαιτέρω, τέσσερις λόγοι για τους οποίους η «επ’αόριστον» κράτηση παραβιάζει τις συνταγματικές διατάξεις για την ελευθερία του ατόμου (αρ.5 παρ.4,6,7 Συντ) και τις σχετικές διατάξεις των διεθνών κειμένων (ΕΣΔΑ, Διεθν.Συμφ. για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα):
α)Γιατί η κράτηση είναι αόριστη, έχει δηλ. άγνωστη διάρκεια, ως εξαρτώμενη από αβέβαιη σηνθήκη(εφικτότητα της απέλασης).Θεωρητικά,δηλαδή, αυτή η κράτηση μπορεί να γίνει ισόβια, με την επιφύλαξη βέβαια της τριετούς παραγραφής που μπορεί να μεσολοβήσει κατ’άρ.75 παρ.1ΠΚ.
β)Η διάρκεια της κράτησης είναι προφανώς πέραν του απολύτως αναγκαίου μέτρου, αφού διαπιστώνεται ότι ενίοτε είναι πολύμηνη, άρα δεν είναι βραχύχρονη.Έτσι παραβιάζεται η θεμελιώδης αρχή της αναλογικότητας.
γ)Δεν υφίσταται δικαστική κρίση από την οποία να αντλείται νομιμοποίηση.Εκτελείται έτσι ένα εξαιρετικά επαχθές «οιονεί» ποινικό μέτρο χωρίς γι’αυτό να έχει αποφασίσει δικαστικό όργανο.
δ)Η κράτηση του αλλοδαπού δεν διαφοροποιείται από εκείνη κάθε άλλου κρατούμενου, λόγω των δεδομένων αδυναμιών των σωφρονιστικών καταστημάτων.
Το ζήτημα απασχόλησε και το Συνήγορο του Πολίτη, ο οποίος με το υπ’αριθμ.1382/29-9-2000 πόρισμα(30) αποφάνθηκε ότι το α.74 παρ. 4 ΠΚ προσκρούει στη συνταγματική αρχή της αναγκαίας αναλογίας. Προτείνεται δε η θέσπιση ενός ευλόγου χρόνου (30 ημερών) πέραν του οποίου να μην επιτρέπεται η συνέχιση της κράτησης του υπό απέλαση αλλοδαπού άνευ δικαστικού τίτλου. Ειδικότερα, στην παρ.4 του πορίσματος, αναφέρεται ότι «το αναγκαίο μέτρο» έχει αξία μόνο σε συνδυασμό με την αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου (αρ.2, παρ.1 Σ) και την αρχή «καμιά ποινή χωρίς δίκη», (αρ.96 παρ.1 Σ).
Αρμόδιος για την εκτέλεση της απέλασης,κατ’α.549 παρ.1ΚΠΔ, είναι ο εισαγγελέας του Δικαστηρίου που εξέδωσε τη σχετική απόφαση, ενώ κάθε αμφισβήτηση σχετικά με αυτή κρίνεται αμετάκλητα από το ίδιο δικαστήριο ή από εκείνο που επιλαμβάνεται του τυχόν ασκηθέντος ένδικου μέσου.

Β).ΈΝΑΡΞΗ ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ

Η διάρκεια της απέλασης δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό και είναι αόριστη(31), με εξαίρεση την προβλεπόμενη στο α.17 παρ.2 Ν.2161/93 ισόβια απέλαση των αλλοδαπών δραστών οποιουδήποτε εγκλήματος της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά.
Κατά α.74 παρ.1ΠΚ «Η απέλαση εκτελείται αμέσως μετά την έκτιση της ποινής ή την απόλυση από τις φυλακές». Αρχικά υπήρχε ασάφεια για το πότε εκτελείται η απέλαση σε περίπτωση υφ’όρον απόλυσης, ασάφεια που προερχόταν και από την πρώτη διάταξη του α.74 παρ.1 που όριζε ότι η απέλαση εκτελείται «μετά την οριστική εκ των φυλακών απόλυση του». Βάσει της παραπάνω διάταξης είχαν διατυπωθεί δυο απόψεις. Σύμφωνα με την πρώτη(32), ο αλλοδαπός θα πρέπει να παραμείνει εντός της Επικράτειας μέχρι την παρέλευση του σταδίου δοκιμασίας, απελαύνεται λοιπόν μετά την οριστική απόλυση του από τις φυλακές. Κατά αυτήν την άποψη(33), εφόσον ο υφ’όρον απολυθείς εκτίει ποινή και τελεί υπό αυτή δεν είναι δυνατό να βρεθεί εκτός των ορίων της Επικρατείας απελαυνόμενος, αφού έτσι θα διακοπτόταν η επ’αυτού εποπτεία των αρχών και θα καθιστόταν αδύνατη η αναφυλάκιση του σε περίπτωση κακής διαγωγής ή τέλεσης νέου εγκλήματος εντός του χρόνου δοκιμασίας του. Δέχεται πάντως η αυτή άποψη ότι η Διοίκηση έχει πάντα τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού που τελεί σε υφ’όρον απόλυση, σταθμίζοντας κατά την κρίση της σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και το αναντίρρητο συμφέρον της πολιτείας προς έκτιση των υπό των δικαστηρίων επιβαλλομένων στερητικών της ελευθερίας ποινών.Σύμφωνα πάλι με άλλη άποψη(34), η απέλαση αλλοδαπού είναι δυνατή μετά την προσωρινή απόλυση του από τη φυλακή ή ως ανταμοιβή για την επιδειχθείσα στη φυλακή καλή του διαγωγή.
Σήμερα το ζήτημα αυτό ξεκαθαρίζεται από την παρ.4 του α.105 ΠΚ, που προσετέθη με το άρθρο 6 παρ.6 Ν.3090/2002, κατά το οποίο «Αν με δικαστικλη απόφαση έχει διαταχθεί η απέλαση του καταδίκου, που απολύεται υπό όρο, η απέλαση εκτελείται αμέσως μετά την υπό όρο απόλυση αυτού, εκτός αν η απέλαση είναι αδύνατη, οπότε απολύεται ο κατάδικος και αρχίζει ο χρόνος δοκιμασίας του». Μπορεί πάντως το Δικαστήριο να τροποποιήσει τον όρο της απέλασης, όταν αυτή είναι αδύνατη, υπό τον οποίο διατάσσεται η υφ’όρον απόλυση και να επιτρέψει στον αλλοδαπό να παραμείνει με περιοριστικούς όρους στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του χρόνου δοκιμασίας του(35). Όταν όμως η απόλυση του αλλοδαπού από τη φυλακή διατάσσεται με βούλευμα υπό τον όρο της άμεσης απέλασης του από τη χώρα, δεν προσβάλλεται με έφεση η διάταξη του βουλεύματος με την οποία διατάσσεται η απέλαση(36).

Γ).ΑΝΑΣΤΟΛΗ

Με την άσκηση έφεσης αναστέλλεται η εκτέλεση της απέλασης, με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο α.104 παρ.2 ΠΚ, υπό την προϋπόθεση ότι είναι παραδεκτή η έφεση σχετικά με το σκέλος της απόφασης περί ενοχής(37). Εξαίρεση προβλέπεται στο α.99 παρ.2 ΠΚ, όπου αν αλλοδαπός, στον οποίο δεν έχει χορηγηθεί πολιτικό άσυλο, καταδικασθεί σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μέχρι πέντε ετών και με την ίδια απόφαση διαταχθεί η απέλαση του, μπορεί το δικαστήριο να διατάξει την επ’αόριστο αναστολή εκτέλεσης της ποινής, οπότε εκετελείται αμέσως η απέλαση, η δε αναστολή εκτέλεσης της ποινής επέρχεται με την πραγματοποίηση της απέλασης του αλλοδαπού και στην περίπτωση αυτή ο χρόνος κράτησης του κατά α.74 παρ.4 ΠΚ αφαιρείται από την ποινή που έχει ανασταλεί.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΑΠΕΛΑΣΗ

Εκτός της δικαστικής απέλασης που μόλις εξετάσθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε, υπάρχει και η διοικητική απέλαση, που μάλιστα αποτελεί και το πιο σύνηθες είδος απέλασης στη χώρα μας. Η διοικητική απέλαση διατάσσεται με απόφαση του οικείου Αστυνομικού Διευθυντή, ανεξάρτητα από την ύπαρξη απόφασης ποινικού δικαστηρίου, και αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, κατά της οποίας χωρεί αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αρχικά προβλεπόταν, δυνητικά, στο Ν.1975/1991, στη συνέχεια ρυθμίστηκε από το Ν.2910/2001, ο οποίος αντικαταστάθηκε από το Ν.3386/2005, οι διατάξεις του οποίου ρυθμίζουν πλέον τα της διοικητικής απέλασης.
Εν συνεχεία παρατίθενται οι βασικότερες διατάξεις του ανωτέρω νόμου, προς πληρέστερη ενημέρωση σχετικά με το ισχύον δίκαιο της διοικητικής απέλασης.

Άρθρο 76 «Προϋποθέσεις και διαδικασία διοικητικής απέλασης»: 1.Η διοικητική απέλαση αλλοδαπού επιτρέπεται εφόσον: α. Έχει καταδικασθεί τελεσίδικα σε ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον ενός έτους ή, ανεξαρτήτως ποινής, για εγκλήματα προσβολής του πολιτεύματος, προδοσίας της Χώρας, εγκλήματα σχετικά με την εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες , διεθνή οικονομικά εγκλήματα, εγκλήματα με χρήση μέσων υψηλής τεχνολογίας, εγκλήματα περί το νόμισμα, εγκλήματα αντίστασης, αρπαγής ανηλίκου, κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, κλοπής, απάτης, υπεξαίρεσης, εκβίασης, τοκογλυφίας, του νόμου περί μεσαζόντων, πλαστογραφίας, ψευδούς βεβαίωσης, συκοφαντικής δυσφήμισης, λαθρεμπορίας, για εγκλήματα που αφορούν τα όπλα, αρχαιότητες, την προώθηση λαθρομεταναστών στο εσωτερικό τηχ Χώρας ή τη διευκόλυνση της μεταφοράς ή προώθησής τους ή της εξασφάλισης καταλύματος σε αυτούς για απόκρυψη και εφόσον η απέλαση του δεν διατάχθηκε από το αρμόδιο δικαστήριο. β. Έχει παραβιάσει τις διατάξεις του νόμου αυτού. γ. Η παρουσία του στο ελληνικό έδαφος είναι επικίνδυνη για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια της Χώρας. δ. Η παρουσία του στο ελληνικό έδαφος είναι επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία και αρνείται να συμμορφωθεί προς τα μέτρα που καθορίζονται από τις ιατρικές αρχές για την προστασία της, αν και του έχει παρασχεθεί η απαραίτητη πληροφόρηση.
2. Η απέλαση διατάσσεται με απόφαση του οικείου Αστυνομικού Διευθυντή και, προκειμένου περί Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης, από τον αρμόδιο για θέματα αλλοδαπών Αστυνομικό Διευθυντή ή ανώτερο Αξιωματικό, που ορίζεται από τον οικείο Γενικό Αστυνομικό Διευθυντή, αφού προηγουμένως δοθεί στον αλλοδαπό προθεσμία τουλάχιστον σαράντα οκτώ ωρών για να υποβάλει τις αντιρρήσεις του.
3.Εφόσον ο αλλοδαπός, εκ των εν γένει περιστάσεων, κρίνεται ύποπτος φυγής ή επικίνυνος για τη δημόσια τάξη, με απόφαση των οργάνων της προηγούμενης παραγράφου, διατάσσεται η προσωρινή κράτηση του μέχρι την έκδοση, εντός τριών ημερών, απόφασης ως προς την απέλαση του. Εφόσον εκδοθεί απόφαση απέλασης, η κράτηση συνεχίζεται ως την εκτέλεση της απέλασης, σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Ο αλλοδαπός πρέπει να πληροφορείται στη γλώσσα που κατανοεί τους λόγους της κράτησής του και να διευκολύνεται η επικοινωνία με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του. Ο αλλοδαπός που κρατείται, παράλληλα με τα δικαιώματα που έχει σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, μπορεί να υποβάλει και αντιρρήσεις κατά της απόφασης κράτησής του ενώπιον του προέδρου ή του υπ’αυτού οριζόμενου πρωτοδίκη του διοικητικού πρωτοδικείου, στην Περιφέρεια του οποίου κρατείται.
4.Σε περίπτωση που ο προς απέλαση αλλοδαπός δεν κρίνεται ύποπτος φυγής ή επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη ή ο πρόεδρος του διοικητικού πρωτοδικείου διαφωνεί ως προς την κράτηση του, με την ίδια απόφαση τάσσεται σε αυτόν προθεσμία προς αναχώρηση, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τριάντα ημέρες.
5.Η κατά τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου αυτού απόφαση μπορεί να ανακληθεί ύστερα από αίτηση των διαδίκων, αν η αίτηση ανάκλησης στηρίζεται σε νέα στοιχεία, κατ’ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 205 παρ.6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας(ν.2717/1999)

Άρθρο 77 «Προσφυγή κατά της διοικητικής απέλασης» : Κατά της απόφασης απέλασης δικαιούται ο αλλοδαπός να προσφύγει μέσα σε προθεσμία πέντε ημερών από την κοινοποίησή της στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης ή στο εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο. Η σχετική απόφαση εκδίδεται μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες από την άσκηση της προσφυγής. Η άσκηση προσφυγής συνεπάγεται την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης.Σε περίπτωση κατά την οποία με την απόφαση απέλασης έχει διαταχθεί και η κράτηση, η αναστολή αφορά μόνο την απέλαση.
Άρθρο 78 «Αναστολή απέλασης»: Αν δεν είναι εφικτή η άμεση απέλαση του αλλοδαπού από τη Χώρα γαι λόγους ανωτέρας βίας, ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης ή το εξουσιοδοτημένο όργανο μπορεί, με απόφαση του, να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης απέλασης. Με όμοια απόφαση επιβάλλονται στον αλλοδαπό περιοριστικοί όροι.
Άρθρο 79 «Προστασία από την απέλαση»: 1.Προστασία από την απέλαση, εφόσον ο αλλοδαπός: α.Είναι ανήλικος και οι γονείς ή τα πρόσωπα που έχουν την επιμέλεια του διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα. β.Είναι γονέας ημεδαπού ανηλίκου και έχει την επιμέλεια ή έχει υποχρέωση διατροφής, την οποία εκπληρώνει. γ. Έχει υπερβεί το 80ό έτος της ηλικίας του. δ.Έχει αναγνωριστεί ως πρόσφυγας ή έχει ζητήσει την παροχή ασύλου, υπό την επιφύλαξη των άρθρων 32 και 33 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. ε. Είναι ανήλικος στον οποίο έχουν επιβληθεί αναμορφωτικά μέτρα με απόφαση του Δικαστηρίου Ανηλίκων.
Στην απαγόρευση της απέλασης περιλαμβάνονται και οι έγκυες γυναίκες κατά τη διάρκεια της κύησης και για έξι μήνες μετά τον τοκετό.
2.Δεν απαγορεύεται η απέλαση στις περιπτώσεις β’ και γ’ της προηγούμενης παραγράφου, όταν ο αλλοδαπός είανι επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη ή την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία.

Άρθρο 80 «Δαπάνες απέλασης»: 1.Η δαπάνη απέλασης και τα έξοδα διάτροφης καταλογίζονται στον αλλοδαπό.Αν ο αλλοδαπός δεν διαθέτει το αναγκαιο χρηματικό ποσό, τούτο καταβάλλεται από το Δημόσιο κατά το μέρος που δεν καλύπτεται από τον υπόχρεο.Το καταβαλλόμενο από το δημόσιο ποσό βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο και εισπράτεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.).
2.Αν η είσοδος ή η διαμονή του αλλοδαπού έχει επιτραπεί με κατάθεση εγγυητικής επιστολής από τρίτο πρόσωπο, τα έξοδα απέλασης, συμπερολαμβανομένης και της δαπάνης διατροφής, βαρύνουν εις ολόκληρον τον αλλοδαπό και το πρόσωπο που έχει καταθέσει την εγγυητική επιστολή.Αν αυτοί αρνούνται την καταβολή τους, τότε η εγγυητική εοιστολή καταπίπτει, ύστερα από έγγραφη παραγγελία της αρμόδιας για την απέλαση αρχής.
3.Εργοδότης, ο οποίος απασχολεί αλλοδαπό χωρίς την απαιτο΄ύμενη άδεια διαμονής, βαρύνεται με τη δαπάνη απέλασης και τα έξοδα διατροφής του.
4.Αν ο αλλοδαπός αρνείται να επιβιβαστεί στο μεταφορικό μέσο, προκειμένου να απομακρυνθεί από τη Χώρα, η απομάκρυνση του μπορεί να πραγματοποιηθεί με συνοδεία αστυνομικής δύναμης μέχρι τη χώρα προορισμού του, ύστερα από απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και εφόσον εξασφαλίζονται όλα τα εχέγγυα ασφαλούς μετάβασης, διαμονής και επιστροφής των συνοδών αστυνομικών.Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και για την περίπτωση άρνησης επιβίβασης, όταν συντρέχει απαγόρευση εισόδου, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 8 του νόμου αυτού.

Άρθρο 81 «Ειδικοί χώροι παραμονής αλλοδαπών»: 1. Ο αλλοδαπός, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 76 του νόμου αυτού, κρατείται στην οικεία αστυνομική αρχή. Μέχρις ότου ολοκληρωθούν οι διαδικασίες απέλασής του παραμένει σε ειδικούς χώρους, οι οποίοι ιδρύονται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών,Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Δημόσιας Τάξης. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι προδιαγραφές και οι όροι λειτουργίας των χώρων αυτών.
2.Την ευθύνη της φύλαξης των ειδικών χώρων παραμονής έχει η Ελληνική Αστυνομία.

Άρθρο 82 «Ανεπιθύμητοι αλλοδαποί»: 1.Το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης τηρεί κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών.Τα κριτήρια και η διαδικασία εγγραφής αλλοδαπών από τον κατάλογο αυτόν καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών,Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντωσης, Εξωτερικών, Έθνικης Άμυνας, Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης.
2.Αλλοδαπός που βρίσκεται στο εληνικό έδαφος είναι υποχρεομένος να εγκαταλείψει τη χώρα, αφότου εγγραφεί στον κατάλογο ανεπιθυμήτων, μέσα σε προθεσμία που ορίζεται κάθε φορά από τον Υπθργό Δημόσιας Τάξης.Αν δεν συμμορφωθεί απελαύνεται.
3.Αλλοδαπός, στον οποίο δεν επιτρέπεται η είσοδος στη Χώρα, επειδή είναι εγγεγραμμένος στον κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών, οφείλει να αναχωρήσει αμέσως, άλλως επαναπροωθείται αμέσως στη χώρα προέλευσης ή σε Τρίτη Χώρα, όπου μπορεί να επιτραπεί η είσοδος με ευθύνη και δαπάνες του ίδιου ή εκείνου που τον μετέφερε, οι οποίοι υποχρεούνται και στην καταβολή κάθε άλλης αναγκαίας δαπάνης που απαιτείται μέχρι την αναχώρηση του.Στους μεταφορείς, όταν αρνούνται την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους, επιβάλλεται, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, πρόστιμο τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ έως δκαπέντε (15.000) ευρώ, για κάθε μεταφερόμενο άτομο.Με την ίδια απόφαση τα χρησιμοποιηθέντα μεταφορικά μέσα φυλάσσονται και αποδίδονται σε αυτούς μετά την εκπλήρωση των ανωτέρω υποχρεώσεων και την καταβολή του επιβληθέντος προστίμου ή την προσκόμιση εγγυητικής επιστολής αναγνωρισμένης τράπεζας, που καλύπτει το ποσό των ανωτέρω υποχρεώσεων τους και του επιβληθέντος προστίμου.
4.Με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) έως δέκα χιλιάδων (10.000) ετρώ τιμωρείται κάθε αλλοδαπός, ο οποίος επανέρχεται παράνομα στη Χώρα και είναι καταχωρημένος στον κατάλογο των ανεπιθύμητων αλλοδαπών.Η άσκηση ένδικων μέσων δεν έχει ανασταλτικά αποτελέσματα.
5.Με απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης καθορίζεται η ειδικότερη διαδικασία για την εκτέλεση των αποφάσεων απέλασης, που εκδόδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, καθώς και εκείνων που διατάσσονται με αποφάσεις ποινικών
δικαστηρίων, σύμφωνα με τα άρθρα 74 και 99 του Ποινικού Κώδικα.
Η ακυρωτική διαφορά που γεννάται από την προσβολή της ατομικής διοικητικής πράξης της απελάσεως αποτελεί αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου κατά παρ.1 στ’ Ν.3068/2002.
Βάσει, λοιπόν, των διατάξεων αυτών γίνεται κατανοητό ότι ο νομοθέτης προσπάθησε να ρυθμίσει με τον πληρέστερο και καλύτερο δυνατό τρόπο τους όρους και τη διαδικασία της διοικητικής απέλασης, αφού πλέον πρόκειται για ένα σύνηθες φαινόμενο για την ελληνική κοινωνία και τη Διοίκηση, με πλειάδα περιπτώσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε αυτή την μορφή απέλασης. Αυτό το τελευταίο ενισχύεται και από τη γενικότητα ενίοτε του ίδιου του νόμου κατά την πρόβλεψη των προϋποθέσεων του διοικητικού αυτού μέτρου, όπως όταν στο α.76 του ν.3386/2005 περ.1.β’ προβλέπεται ως λόγος απελάσεως ότι «’Εχει παραβιάσει τις διατάξεις του νόμου αυτού», καθώς ευκόλως γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται γαι υπερβολικά ευρεία προϋπόθεση, αφού και η παραμικρή παραβίαση μπορεί να οδηγήσει σε απέλαση.
Σχετική, επίσης, είναι η διάταξη του ΠΚ 187Β παρ.4 κατά την οποία «Η απέλαση αλλοδαπών που βρίσκονται παράνομα στη χώρα και καταγγέλουν αξιόποινες πράξεις που τελέσθηκαν από εγκληματική οργάνωση του 187ΠΚ μπορεί, με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών και έγκριση του εισαγγελέα εφετών, να αναστέλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για τις πράξεις που καταγγέλθηκαν. Όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή της απέλασης χορηγείται στουσς αλλοδαπούς άδεια παραμονής κατά παρέκκλιση από την ισχύουσα νομοθεσία περί αλλοδαπών.»
Η απέλαση του αλλοδαπού ενδέχεται να θίγει συγκεκριμένα προστατευτέα ανθρώπινα δικαιώματα του, όπως π.χ. το δικαίωμα για οικογενειακή ζωή (άρθρο 8 Ε.Σ.Δ.Α), και με απόρριψη του κατά α.53επ.ν.3386/2005 αιτήματος για οικογενειακή επανένωση. Πεδίο εφαρμογής εν προκειμένω, όμως, μπορεί να έχει η παρ.2 του α.8 Ε.Σ.Δ.Α που ανέχεται υπό προϋποθέσεις την προβολή ενός τέτοιου δικαιώματος, ειδικότερα,δε, κατά την διάταξη αυτή «δεν επιτρέπεται να υπάρξει επέμβασις δημοσίας Αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εαν η επέμβασις αυτή προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μια δημοκρατική κοινωνίαν, είναι αναγκαίο διά την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων».
Εγγυήσεις για τη διοικητική απέλαση αλλοδαπού που διαμένει νομίμως στην επικράτεια ενός κράτους παρέχει το υπ’αριθμ.7 Πρωτόκολλο της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που κυρώθηκε με το Ν.1705/87. Σύμφωνα με το α.1 παρ.1 του νόμου αυτού εξασφαλίζεται στον υπό απέλαση αλλοδαπό η δυνατότητα να προτείνει επιχειρήματα κατά της απέλασης, να τύχει η υπόθεσή του επανεξέτασης και να εκπροσωπείται ενώπιον της αρμόδιας αρχής.Η ελληνική έννομη τάξη, όπως είδαμε, συμμορφώνεται με τις επιταγές αυτές στο μέτρο που παρέχει δικαίωμα προσφυγής κατά της απόφασης για απέλαση στο Γενικό Γραμματέα της περιφέρειας.
Το γεγονός ότι η διοικητική απέλαση επιβάλεται πολύ πιο συχνά από το μέτρο ασφαλείας της δικαστικής απέλασης καταδεικνύεται και από τα στοιχεία της ελληνικής αστυνομικής στατιστικής υπηρεσίας της τελευταίας περίπου εικοσαετίας.
Ένα πρώτο σαφές συμπέρασμα είναι ότι η πραγματικότητα στην ελληνική κοινωνία όσον αφορά τους αλλοδαπούς είναι ότι τα πράγματα αλλάζουν άρδην κατά την δεκαετία του 90’ με την αθρόα είσοδο στην Ελλάδα αλλοδαπών μεταναστών, κάτι που φαίνεται και από την εντυπωσιακή αύξηση του αριθμού των συλληφθέντων αλλοδαπών (έκτη στήλη στον παραπάνω πίνακα). Πολύ μεγάλη αύξηση όλων των στοιχείων παρατηρείται κατά τα έτη 1991 έως 1997 ενώ σημαντική πτώση έχουμε από το 2001 και μετά. Πάντως, σε όλα τα έτη, η απέλαση διατάσσεται πολύ συχνότερα για όλους τους άλλους λόγους(παράνομη παραμονή,παράνομη εργασία και άλλοι) παρά εξαιτίας ποινικών αδικημάτων.

ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ

Αλλοδαπός ο οποίος εισήλθε μεν νομίμως παραμένει όμως στην Ελλάδα και μετά τη λήξη του χρόνου για τον οποίο έλαβε άδεια παραονής, οφείλει να εγκαταλείψει αμέσως τη χώρα, η δε Διοίκηση υποχρεούται να τον απελάσει, χωρίς να απαιτούνται ειδικότεροι λόγοι δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, και άσχετα με οποιαδήποτε συμπεριφορά του, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή η υποχρέωση απελάσεως υπαγορεύεται από λόγους δημόσιας τάξης (άρθρα 12, 19, 27 παρ.1 περ.β΄Ν 1975/1991).ΣτΕ 310-311/2000 ΔιΔικ 2000, 1160.

Σε περίπτωση απομακρύνσεως από τη χώρα αλλοδαπού μέλους οικογένειας ημεδαπού,μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του, καθώς επίσης και αλλοδαπού συχύγου Έλληνα πολίτη, μετά τη λύση του γάμου με διαζύγιο, η Διοίκηση οφείλει, κατά την άσκηση της σχετικής διακριτικής της ευχέρειας, να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τη διάρκεια παραμονής του αλλοδαπού στην Ελλάδα με νόμιμη άδεια, τους τυχον ιδιαίτερους δεσμούς που τον συνδέουν με τη χώρα και τους τυχόν συγκεκριμένους λόγους δημοσίου συμφέροντος που δεν επιτρέπουν την παραμονή του στη χώρα.Προκειμένου, μάλιστα περί αλλοδαπών μελών οικογενειών ημεδαπών, τούτο είναι σύμφωνο και με το περί προστασίας της οικογενειακής ζωής άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, στο πεδίο εφαρμογής του οποίου εμπίπτουν οι σχέσεις μεταξύ ενηλίκων, εάν αποδεικνύεται η ύπαρξη συμπληρωματικών στοιχείων εξάρτησης πέραν από τους συνήθεις συναισθηματικούς δεσμούς.ΣτΕ 2165/2003 ΝοΒ 2004, 512 (περιλ.), ΕΕΝ 2004,878, ΕΔΔΔ 2004, 892 (περιλ.).

Στις περιπτώσεις διοικητικής απέλασης, αν για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατή η απέλαση η άμεση απέλαση του αλλοδαπού, ο Υπουργός Δημοσίας Τάξης μπορεί μέχρι να αρθούν τα κωλύματα, να επιτρέψει με απόφαση του την προσωρινή παραμονή στη χώρα του αλλοδαπού και να επιβάλει ταυτοχρόνως όσους περιοριστικούς όρους κρίνει αναγκαίους. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία διατάχθηκε με βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου υπό τον όρο της ανάκλησης απόλυση του αλλοδαπού καταδίκου, οπότε εξακολουθεί κρατούμενος στη φυλακή μέχρις ότου πραγματοποιηθεί η απέλασή του. ΣυμβΠλημΛαρ 543/2003 Δικογρ 2003,491.

Η παράλειψη της κλήσεως του αιτούντος προς διατύπωση αντιρρήσεων κατά της έκδοσης αποφάσεως διατασσούσης την απέλαση του δεν καλύπτεται, ενόψει του άρθρου 6 παρ.4 του Ν 2690/1999, με την άσκηση εκ μέρους του προσφυγής κατά της αποφάσεως περί απελάσεώς του. ΣτΕ 2640/2001 ΕλΔ 2003, 10(38)(περιλ.), ΝοΒ 2003,143(περιλ.).

Ο υπό απέλαση αλλοδαπός πρέπει αναγκαίως να καλείται προηγουμένως να εκθέτει τις απόψεις του, τούτο δε σε κάθε περίπτωση, ασχέτως δηλαδή του εαν έχει τυχόν εκ του νόμου τη δυνατότητα να προσφύγει με ουσιαστική διοικητική προσφυγή κατά της πράξεως απελάσεως του. ΣτΕ 380/2002 ΕλΔ 2003,1038(περιλ.),ΝοΒ 2003,143(περιλ.).

Εφόσον ο αιτών ήταν ενήλικος κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξης απέλασης και σταθμιζόμενης και της βαρύτητας των λόγων για τους οποίους αποφασίσθηκε η απέλασή του, είναι απορριπτέοι οι ισχυρισμοί περί παραβάσεως των περί προστασίας της οικογενειακής ζωής άρθρων 9 του Συντάγματος και 8 της ΕΣΔΑ, ως εκ του ότι η απέλασή του συνεπάγεται τον αποχωρισμό του από τη μητέρα και τη μικρή αφερφή του.ΣτΕ 2119/2003 ΝοΒ 2004,1936 (περιλ.)

Ο προσφεύγων, που ήταν Ιρακινός υπηκόος,διέμενε από το 1987 στη Δανία και ήταν παντρεμένος με Δανέζα με την οποία είχε αποκτήσει δύο τέκνα, καταδικάσθηκε το 1997 για παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και του επιβλήθηκε το μέτρο της απέλασης εφ’όρου ζωής στη χώρα κατάγωγής του. Η αίτησή του για αναθεώρηση της εν λόγω απόφασης δεν έγινε δεκτή και το ΕΔΔΑ θεώρησε ότι η επιβολή του μέτρου της απέλασης ήταν δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, διότι θα είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση του προσφεύγοντος από την οικογένεια του και δέχθηκε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. ΕΔΔΑ απόφ.της 11.7.2002,υποθ.Amrollahi κατά Δανίας ΕΕΕυρΔ 2004,594(περιλ.).

Νομίμως εκδίδεται απόφαση απελάσεως σε βάρος αλλοδαπού ή αλλοδαπής, που έχει συνάψει γάμο με Ελληνίδα ή Έλληνα, όταν διαπιστώνεται ότι παραμένει στη χώρα, ενώ έχει λήξει ο χρόνος για τον οποίο έχει τυχόν χορηγηθεί άδεια παραμονής, χωρίς να έχει υποβάλει αίτημα για ανανέωση αυτής. Το αίτημα αυτό δεν μπορεί να υποβληθεί με την προσφυγή του άρθρου 27 παρ.4 του Ν 1975/1991, διότι τούτο θα είχε ως συνέπεια την παραμονή στη χώρα των ανωτέρω αλλοδαπών χωρίς νόμιμη άδεια(μειοψ.). ΣτΕ 3072/1999 ΕΔΔΔ 2002,372(περιλ.),ΕλΔ 2002,1110(περιλ.).

Εφόσον η απέλαση του αιτούντος διατάσσεται διότι: α)παραμένει στην Ελλάδα χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται, κατά τον Ν 1975/1991, η παραμονή αλλοδαπών στη χώρα και β) έχει καταδικασθεί από ελληνικό ποινικό δικαστήριο σε ποινή φυλακίσεως, για αδίκημα αναγόμενο στην γνησιότητα εγγράφων, τα οποία χρησιμοποίησε για να του χορηγηθεί προξενική θεώρηση παλιννοστήσεως και να αναγνωρισθεί ως Έλληνας υπήκοος, τα πραγματικά αυτά περιστατικά συνιστούν αυτοτελή αιτιολογικά ερείσματα της πράξεως απελάσεως, τα οποία αρκούν για να θεωρηθεί η πράξη αυτή ως νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη. Το γεγονός δε και μόνον ότι στην πράξη απελάσεως γίνεται επίσης μνεία του εκδοθέντος από τις γεωργιανές αρχές διεθνούς εντάλματος συλλήψεως του αιτούντος για τα αδικήματα της συνέργειας σε ανθρωποκτονία και της παράνομης οπλοκατοχής και οπλοχρησίας δεν αρκεί, έστω και αν ο Άρειος Πάγος είχε προηγουμένως γνωμοδοτήσει κατά της εκδόσεως του αιτούντος στη Γεωργία, για να καταστήσει πλημμελή την αιτιολογία της πράξεως, δεδομένου μάλιστα ότι: α) ο Άρειος Πάγος απεφάνθη κατά της εκδόσεως του αιτούντος απλώς και μόνο επειδή πιθανολογήθηκε, ότι ενδέχεται να διωχθεί στη Γεωργία για αδίκημα διαφορετικό από εκείνα για τα οποία είχε υποβληθεί το αίτημα εκδόσεως, απέρριψε δε τους ισχυρισμούς του ότι η έκδοση του ζητείται για «πολιτικούς λόγους», και β) εάν η απέλαση έχει ενδεχομένως ως απώτερη συνέπεια, να συλληφθεί και να δικασθεί ο αιτών από τις γεωργιανές αρχές για τις ανωτέρω πράξεις, τούτο θα χωρήσει, υπό τις εγγυήσεις των άρθρων 3 και 6 των ΕΣΔΑ, στην οποία έχει προσχωρήσει η Γεωργία και στην οποία έχει καταργηθεί η θανατική ποινή. ΣτΕ 2519/2000 ΕΔΔΔ 2001,75, ΕΔΔΔ 2002,275 (σημ.Α.Παπακωνσταντίνου)

Πριν από την έκδοση πράξεως περί απελάσεως, η Διοίκηση υποχρεούται κατ’εφαρμογή των άρθρων 20 παρ.2 του Σ και 6 παρ.1,2 και 4 του ΚΔΔιαδ (Ν 2690/1999) να καλέσει τον προς απέλαση αλλοδαπό να εκθέσει τις απόψεις του εν σχέσει προς την επικείμενη λήψη του δυσμενούς γι’αυτόν μέτρου της απελάσεως. Η παράλειψη εκπληρώσεως της υποχρέωσης αυτής δεν θεωρείται ότι καλύφθηκε από το γεγονός ότι ο απελαθείς ήσκησε την κατ΄άρθρον 27 παρ.4 του Ν1975/1991 ενδικοφανή προσφυγή κατά της πράξεως με την οποία απελάθηκε. ΣτΕ 4041/2001 Συνήγορος 2002,185.

Η διοικητική απέλαση μπορεί να εκτελεσθεί μόνο μετά την πάροδο λευκού του χρόνου δοκιμασίας του απολυθέντος υπό όρο αλλοδαπού. Έτσι, η Διοίκηση δεν δικαιούται να διατάξει απέλαση πριν από την πάροδο αυτού του χρόνου διότι: α) ο απολυόμενος υπό όρο δεν επιτρέπεται κατά το στάδιο της δοκιμασίας να εξέλθει της χώρας, β)η έξοδος από την χώρα ματαιώνει την προστατευτική επίβλεψη της υπό όρους απόλυσης, γ) η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα επιβάλλεται επιπλέον όταν στον απολυθέντα έχουν επιβληθεί υποχρεώσεις ως προς τον τρόπο ζωής και τον τόπο διαμονής του, δ)ενδεχόμενη διοικητική απέλαση θα προσέκρουε στη συνταγματική διάκριση των εξουσιών. ΓνωμΕισΑπ 4/2002 ποινΔικ 2002,613.

  1. Εισηγ.Έκθ.Ν.1941/91, ΠοινΧρ ΜΑ, 459
  2. Συστ.Ερμ.Π.Κ.985
  3. Μπουρόπουλος,Ερμ Π.Κ.,184
  4. Εφ Πατρ.169191, Υστερ 1992, 883
  5. Γν.Εις ΑΠ 6179,ΚΘ/823
  6. Μπουρόπουλος, Ερμ Π.Κ,184, υποσ.2, ΓνΕις ΑΠ2/17, ΚΔ/70
  7. συστΕρμ ΠΚ, 985
  8. Κατσαντώνης, Γεν.Μ, 113, Εφ Ναυπλ. 22/90, Μ/473
  9. Εφ Ναυπλ. 22/90, Μ/473
  10. Κονταξής, Ερμ ΠΚ, 558
  11. κυρώθηκε με το Ν.945/79 και υπερισχύει κατ’α.28 Συντ. κάθε αντίθετης διάταξης νόμου
  12. κυρώθηκε με το Ν.945/79 και υπερισχύει κατ’α.28 Συντ. κάθε αντίθετης διάταξης νόμου
  13. Γ.Ν.Τριανταφύλλου, «Η αρχή της αναλογικότητας στην ποινική δίκη», ΕλΔ31,301-312:303
  14. Δημ.Ζημιανίτης ΠοινΔικ 5/1999,σελ.493 υπος.50
  15. όπως ανωτέρω, υποσημ. 51, σελ 493
  16. Ποιν.Δικ. 4/1999, σελ.409-411
  17. Για αναλογικότητα είχε κάνει λόγο το ΔΕΚ και στο παρελθόν με αφορμή την υπόθεση Watson και Belmann-ΔΕΚ 7/7/1976, Lynne Watson και Alessandro Belmann, Υπόθεση 118/75, Συλλ. 1976, 425, ιδίως 430 σκέψη 21.
  18. Γ.Αποστολάκη, Υπερ 1999,745
  19. Υπερ 1999/748
  20. ΣυστΕρμΠΚ,σελ.986
  21. Γν.Εισ.ΑΠ 1/93,μγ/225, ΓνΕισΑΠ 2/93, ΜΓ/455
  22. ΓνΕισΑΠ 2/93, ΜΓ/455
  23. (ΓνΕισΑΠ 2/93, ΜΓ/455)
  24. Πεπόνης, ΝΑ/94 και σχετικά ΓνΕισΕφΠειρ 522/2000, Ν 16640
  25. Ζύγουρα,Υπερ 2000,1283
  26. ΠοινΔικ 11/2000,1116
  27. ΠοινΧρΝ, 958
  28. ΕγκΕισ. ΑΠ 6/2000, ΠοινΔΙΚ,1218
  29. Παρασκευόπουλος, Ποινικολογία, 120, Συμεωνίδου-Καστανίδου, Υπερ.1999, 1508, Κούρτοβη, ΠοινΔικ 2000, 1103.
  30. Φυτράκη,ΝΑ/2001,585
  31. Ποιν.ΧρΝΑ, 657
  32. Μπουρόπουλος, ΕρμΠΚ, 185, Ε.Ναυπλ.22/90, Μ/473
  33. ΓνΕισΑΠ22/69,ΙΣΤ/443,ΓνΕισΑπ 2/74,ΚΔ/70, Γαρδίκας, Εγκληματολογία, τ.Γ,441, Ζησιάδης, ΠΔ, τ.Β, 418,Ζαβολέας, ΝοΒ 20,669)
  34. Ζαβολέας,Νοβ20,699
  35. ΕφΚρητ 5/74, ΚΔ/540
  36. ΠλημΠειρ.463/2002,ΠοινΔικ 2002,534
  37. ΕφΠειρ368/99,Ν/276 και μειοψ.
  38. έτσι κρίθηκε απαράδεκτη η έφεση κατά της αθωωτικής αποφάσεως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, έστω και αν συγχρόνως με την αθώωση διατάχθηκε ως μέτρο ασφαλείας η απέλαση(ΕφΠατρ 169/91, Υπερ 1992, 883)




Back to Top ↑