full screen background image

News Flash

23 Απριλίου 2014 - Ανώτατο Δικαστήριο ΗΠΑ: Υπόθεση Aereo – κίνδυνος για το μέλλον του cloud computing; Στο Ανώτατο Δικαστ ... -- 23 Απριλίου 2014 - Δ.Σ.Θεσσαλονίκης: Πρόγραμμα εξετάσεων ασκουμένων δικηγόρων Α’ περιόδου 2014 & πίνακας συμμετεχόντων υποψηφίων ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚ ... -- 23 Απριλίου 2014 - Απαλλαγή για δηλώσεις ΦΠΑ Απαλλαγή από τις δη ... -- 23 Απριλίου 2014 - Προσφυγή στο ΣτΕ κατά της πώλησης του 67% του ΟΛΠ Προσφυγή στο Συμβο ... -- 22 Απριλίου 2014 - Ελεύθερη με εγγύηση 500.000 ευρώ η Ρεβέκκα Σκαφτούρα   Ελεύθερη με εγγ ... -- 18 Απριλίου 2014 - 6th International Conference on Information Law and Ethics H Ένωση Ελλήνων Νομ ... --
\

Νομολογία no image

Published on Αυγούστου 27th, 2010 | by

σχόλια

Αυτοκινητιστικό ατύχημα – αξίωση αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας για θετική και αποθετική ζημία – χρόνος παραγραφής για παρούσες και μέλλουσες ζημίες – χρονικό σημείο έναρξης χρόνου παραγραφής – διακοπή χρόνου παραγραφής

  • Αριθμός : 407
  • Έτος : 2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ’…ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:…, Αντιπρόεδρο του…,…,…,…και…, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του…για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της…και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ, κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του…και κατέθεσε προτάσεις, 2)…με την επωνυμία “. . .”, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της…με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/2/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο…. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2265/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7842/2007 του…. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/2/2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η… ανέγνωσε την από 14/1/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15/2/2009 αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. του….Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται, ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννιέται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική παρούσα ή μέλλουσα αν είναι προβλεπτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες, ενιαίος από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζημίων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση, διετής δε, από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος, ως προς την υποχρέωση αποζημίωσης της ασφαλιστικής εταιρείας κατ’ άρθρο 10 § 2 του ν. 489/1976, η οποία (υποχρέωση) υπόκειται επίσης σε πενταετή παραγραφή, όταν συνδυάζεται με σωρευτική αναδοχή χρέους στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 43 παρ. 6 του ν. 614/1977 σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 και 477 του ΑΚ με βάση τις οποίες ο ασφαλιστής ευθύνεται όπως και ο ασφαλισμένος απ’ αυτόν κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες ή από τις οποίες αντίστοιχη υποχρέωση υπόκειται στην προαναφερθείσα πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ (ΟλΑΠ 715/1978, ΑΠ 1753/2005). Εξάλλου, από τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α’ ΑΚ και 221 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως, εκκρεμοδικία ενώ από τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α’ ΑΚ προκύπτει, ότι, αν βεβαιωθεί, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημιά από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ’ αρχήν, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 § 1 του ΑΚ ή στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 § 2 του ν. 489/1976, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση. Και αυτό, γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι, δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται, ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθ. 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία του από την αδικοπραξία. Η νέα, όμως, αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει, αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια, (πενταετή ή διετή) παραγραφή: Και τούτο, διότι, κατά μεν το άρθρο 272 ΑΚ, που ορίζει, ότι με τη συμπλήρωση της παραγραφής ο οφειλέτης δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, με την συμπλήρωση της, ο οφειλέτης έχει κεκτημένο δικαίωμα έναντι του δανειστή για άρνηση της παροχής προς αυτόν, εφόσον δε, κατά το μεταγενέστερο μέρος της, η αξίωση δεν είχε καταστεί επίδικη, το παραχθέν με βάση την αρχική αγωγή – ως προς το μέρος της προγενέστερης ζημίας – δεδικασμένο δεν εξοβελίζει το, ως άνω, κεκτημένο δικαίωμα προς απόκρουση της αξίωσης κατά το μη προβληθέν με την αρχική αγωγή μέρος της, αφού τέτοια συνέπεια δεν προβλέπεται από το άρθρο 268 ΑΚ ούτε, άλλωστε, δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος αυτού είχε ο οφειλέτης στην αρχική δίκη, όταν δημιουργήθηκε το δεδικασμένο, Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή η έναρξη εικοσαετούς παραγραφής κατά το άρθρο 268 ΑΚ προϋποθέτει τη μη συμπλήρωση της αρχικής συντομότερης παραγραφής μέχρι την τελεσιδικία, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νομοθέτης του ΑΚ, εντάσσοντας την άνω διάταξη μεταξύ των ρυθμιζόμενων στον Κώδικα “τρόπων διακοπής” της παραγραφής (260-269 ΑΚ), αποδίδει και στην τελεσίδικη βεβαίωση, την έννοια, υπό την οποία λαμβάνει την “διακοπή” της παραγραφής, ήτοι της παύσης της διαδρομής αυτής, πριν από τη συμπλήρωση του, κατά νόμο χρόνου της, καθώς και του μη υπολογισμού του, διαδραμόντος μέχρι το γεγονός της διακοπής, χρόνου (άρθ. 270 ΑΚ) (ΟλΑΠ 24/2003, 38/1996, 23/1994, ΑΠ 1012/2004). Η διάταξη όμως του άρθρου 268 ΑΚ δεν εφαρμόζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά λαμβάνεται υπόψην μόνο εφ’ όσον αποτελέσει περιεχόμενο σχετικού ισχυρισμού – αντένστασης που προτείνεται από τον ενάγοντα για την αντίκρουση – κατάλυση της προβληθείσας από τον εναγόμενο ένσταση παραγραφής, τις προϋποθέσεις δε της αντένστασης αυτής όπως και όλες τις άλλες που συνδέονται με ανακοπή ή αναστολή, ή επιμήκυνση της παραγραφής αποδεικνύει ο ενάγων που τις επικαλείται κατ’ αντένσταση. Κατά τη διάταξη, όμως, του άρθρου 562 παρ. 2 του….Δ., είναι απαράδεκτος λόγο αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός: αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο …ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από τους διαδίκους (ΑΠ 1055/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993) Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984) Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν “αιτιολογία” της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον…ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1967/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: “Με την υπ’ αριθ. 8517/2003) τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, επί της από 20-3-2000 (3199/2000) προηγούμενης αγωγής της ενάγουσας, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι, από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του υπ’ αριθμ. … ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κατά το τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 16-5-1999, στην ΕΟ …-…, στο ύψος της χ/θ 9.100, τραυματίστηκε η ενάγουσα, η οποία επέβαινε στο υπ’ αριθμ. … ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο σύζυγος της ΑΑ, και ότι αυτή υπέστη βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εμπίεσμα δεξιά κροταφοβρεγματικά, κάταγμα λιθοειδούς, ωτόρροια, ρινόρροια, θωρακική κάκωση με αιμοπνευμοθώρακα, κάκωση βραχιονίου πλέγματος με πάρεση δεξιού άνω άκρου και κάταγμα αριστερής κνήμης. Μεταφέρθηκε στο…Α. …”, όπου υποβλήθηκε σε νευροχειρουργική επέμβαση και στη συνέχεια διεκομίσθη στη ΜΕΘ του…Α. “ΚΑΤ” και στις 22-5-99 υπεβλήθη σε δεύτερη νευροχειρουργική επέμβαση αφαίρεσης επισκληρίδιου αιματώματος. Στις 27-5-99 υπεβλήθη σε χειρουργική ανάταξη και σταθεροποίηση του κατάγματος της αριστερής κνήμης. Η ασθενής, λόγω παρατεινόμενης μηχανικής αναπνοής και επανειλημμένων λοιμώξεων υπεβλήθη σε τραχειοστομία. Παρέμεινε σε βαριά κατάσταση έως 1-7-99, οπότε διεκομίσθη στο…και Αποκατάστασης για περαιτέρω αντιμετώπιση και πιθανή βελτίωση της βαρύτατης βλάβης του βραχιονίου πλέγματος, (βλ. από 16-7-99 πιστοποιητικό της ΜΕΘ του νοσοκομείου “ΚΑΤ”). Στο τμήμα ΦΙΑΠ παρέμεινε κατά το χρονικό διάστημα από 7-7-99 μέχρι 24-7-99, κατά το οποίο υπεβλήθη σε πρόγραμμα αποκατάστασης με κινησιοθεραπεία άνω και κάτω άκρων. Η ασθενής παρουσίαζε καλή κινητικότητα του αριστερού άνω και των κάτω άκρων και πάρεση δεξιού άνω άκρου, η οποία, μετά από ΗΜΓραφικό έλεγχο, αποδόθηκε σε σοβαρή περιφερική βλάβη των ριζών Α5, Α6 και Α7 και μικρότερη στην Α8, με κλινική εκδήλωση πλήρους πάρεσης του δεξιού άνω· άκρου κεντρικά με μικρή κινητικότητα περιφερικά (δακτύλων) (βλ. την από 15-5-2000 ιατρική γνωμάτευση του τμήματος ΦΙΑΠ του ΚΑΤ). Στο ίδιο νοσοκομείο εισήχθη και στις 18-1-2000 και νοσηλεύτηκε μέχρι τις 29-1-2000, υποβληθείσα σε κρανιοπλαστική επέμβαση και συγκεκριμένα σε τοποθέτηση μοσχεύματος από ακρυλικό και σε μερικό επιφανειακό αποχρωματισμό του δέρματος. Με βάση αυτά έκρινε περαιτέρω ότι η ενάγουσα δικαιούται τα ποσά που της επιδικάστηκαν με την πρωτόδικη απόφαση, υπ’ αριθμ. 298/2002, τα οποία αφορούσαν αποζημίωση για τις δαπάνες της από την πρόσληψη οικιακής βοηθού, φυσικοθεραπείας, αγοράς φαρμάκων και ορθοπεδικών ειδών, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω βλάβης. Εν συνεχεία, η ενάγουσα άσκησε τις από 1-5-2002 (5871/2002) και από 1-2-2004 (914/2004) αγωγές, με τις οποίες ισχυρίστηκε ότι, προς αποκατάσταση των σωματικών βλαβών που υπέστη εξαιτίας του ως άνω τραυματισμού της, υπεβλήθη και σε άλλες χειρουργικές επεμβάσεις, στο δεξί άνω άκρο και ζήτησε περαιτέρω αποζημίωση για δαπάνες νοσηλείας, φυσικοθεραπείας, οικιακής βοηθού, καθώς και πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επίσης, επικαλούμενη μόνιμη αναπηρία και ολική ανικανότητα για το επάγγελμα της αγρότισσας, που ασκούσε πριν το ατύχημα, ζήτησε να της επιδικαστεί αποζημίωση λόγω διαφυγόντων εισοδημάτων κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο του 1999 έως τον Απρίλιο του 2004. Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε υπ’ αριθμ. 1788/2005 απόφαση του…, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε έφεση, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι αγωγές και επιδικάστηκαν στην ενάγουσα, μεταξύ άλλων, αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του ως άνω χρονικού διαστήματος και πρόσθετη, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 2.935 ευρώ. Με την κρινόμενη ήδη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εξαιτίας του άνω τραυματισμού της έχει καταστεί ολικά ανίκανη για την άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος και δη του αγροτικού, το οποίο ασκούσε πριν τον τραυματισμό της, ότι το γεγονός αυτό συνιστά νέα δυσμενέστερη και απρόβλεπτη μεταβολή της κατάστασης της υγείας της, η οποία δεν μπορούσε να προβλεφθεί εξ αρχής, παρά μόνο μετά την υποβολή της σε όλες τις απαραίτητες χειρουργικές επεμβάσεις στο δεξιό άνω άκρο, που αναφέρει αναλυτικά (ίδιες με τις αναφερόμενες στις αμέσως προηγούμενες αγωγές), κρίσιμο δε χρονικό σημείο για την μόνιμη ολική ανικανότητα της είναι αυτό της τελευταίας ιατρικής γνωμάτευσης (4-1-2002), άλλως αυτό της τελευταίας χειρουργικής επέμβασης (5-12-2001), άλλως αυτό της έκδοσης της απόφασης της…(1-3-2000), που την έκρινε ανάπηρη και ανίκανη για οποιοδήποτε βιοποριστικό επάγγελμα σε ποσοστό 80%, οπότε και αρχίζει νέα παραγραφή των μη αιτηθέντων κατά το παρελθόν και γεννηθέντων από το ένδικο ατύχημα αξιώσεων της. Με βάση αυτά ζητεί να της επιδικαστεί αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα από 1-3-2005 έως 29-2-2020, ιδιαίτερη αποζημίωση κατ’ άρθρο 931 ΑΚ (200.000 ευρώ) και πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (100.000 ευρώ). Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως, ότι οι αξιώσεις αυτές της ενάγουσας έχουν υποπέσει αφενός στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 ν. 489/76, ως προς τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και αφετέρου στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ και για τους δύο εναγόμενους, με την αιτιολογία ότι από το χρόνο του ατυχήματος (16-5-99) και σε κάθε περίπτωση από τον Ιανουάριο του 2000 η ενάγουσα γνώριζε την έκταση της ζημιάς της (μόνιμη καθολική αναπηρία της) και τους υπόχρεους προς αποζημίωση μέχρι δε την επίδοση της κρινόμενης αγωγής (25-2-2005) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας και της πενταετίας, αντίστοιχα. Η ένσταση αυτή που είναι νόμιμη αποδείχθηκε και ουσία βάσιμη, διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. τα οποία ελήφθησαν υπόψη και από τις προηγούμενες αποφάσεις, η ενάγουσα (γνώριζε από το χρόνο του ατυχήματος και πάντως από την έξοδο της από το νοσοκομείο “ΚΑΤ” (28-7-99) τη σοβαρότητα του τραυματισμού της, όπως περιγράφεται στα ως άνω ιατρικά πιστοποιητικά, τα οποία η ίδια επικαλέστηκε και στις προηγούμενες δίκες, αλλά και των συνεπειών του, που ήταν η μόνιμη αναπηρία και ανικανότητα της για εργασία, εξαιτίας της οποίας υπέβαλε, τον Ιανουάριο του 2000, αίτηση στον ασφαλιστικό της οργανισμό (ΟΓΑ) για συνταξιοδότηση της, επ’ αυτής δε εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 85/1-3-2000 απόφαση της…ΙΚΑ Χαλκίδας, η οποία αφού διαπίστωσε ότι η ενάγουσα παρουσιάζει πάρεση (παράλυση) δεξιού άνω άκρου, συνεπεία βαρείας κακώσεως βραχιονίου πλέγματος, δυσκαμψία αρ. γόνατος και αρ. ποδοκνημικής συνεπεία κατάγματος αρ. κνήμης -και δυσχέρεια βάδισης, έκρινε ότι παρουσιάζει κινητική και ασφαλιστική αναπηρία, δηλαδή ανικανότητα για την άσκηση κάθε βιοποριστικού επαγγέλματος σε ποσοστό 80%, από το μήνα Μάιο του 1999. Το επικαλούμενο από την ενάγουσα γεγονός ότι η τελική κρίση περί της ολικής παράλυσης του δεξιού άνω άκρου κατέστη δυνατή μετά την πραγματοποίηση, μεταγενέστερα (στις 8-4-2001, στις 25-5-2001 και στις 5-12-2001) τριών χειρουργικών επεμβάσεων από τον καθηγητή Ορθοπεδικής …, την οποία πιστοποίησε ο τελευταίος με την από 4-1-2002 ιατρική γνωμάτευση του, δεν αναιρεί το γεγονός, ότι η ενάγουσα γνώριζε και πριν από τις επεμβάσεις αυτές τη σοβαρότητα του τραυματισμού της και των επιζήμιων συνεπειών του, όπως περιγράφονται παραπάνω, και συνεπώς η κρίση αυτή που διατυπώθηκε στις 4-1-2002 δεν αποτελούσε νέα δυσμενέστερη και απρόβλεπτη μεταβολή της κατάστασης της υγείας της, όπως αβάσιμα υποστηρίζει. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ως άνω…, πριν από την τελική αυτή κρίση, ήτοι την 1-3-2000, έκρινε με βάση τα έως τότε ιατρικά πιστοποιητικά και την κλινική εικόνα της ενάγουσας, που διαπίστωσε η ίδια (η επιτροπή), λαμβάνοντας υπόψη και τις λοιπές σωματικές της βλάβες (και όχι μόνο την παράλυση δεξιού άνω άκρου), ότι αυτή (ενάγουσα) είναι ανάπηρη κατά ποσοστό 80%. Συνεπώς, από το χρόνο του ατυχήματος (16-5-1999) και πάντως από την έξοδο της ενάγουσας από το νοσοκομείο (28-7-1999) μέχρι την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στους εναγόμενους στις 8-2-2005 και στις 25-2-2005 (βλ. τις υπ’ αριθμ. …/8-2-05 και …/Γ 25-2-05 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών … και …, αντίστοιχα) είχε συμπληρωθεί διετία και πενταετία αντίστοιχα και ως εκ τούτου η αγωγή είναι απορριπτέα ως παραγεγραμμενη, τόσο κατά την εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως βάση της, όσο και κατά την περί αδικοπραξίας και σωρευτικής αναδοχής χρέους, ενώ η άσκηση των προηγούμενων αγωγών για αξιώσεις προγενεστέρου χρονικού διαστήματος δεν διέκοψε την παραγραφή για τις επίδικες, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Κατ’ ακολουθία απορριπτέα είναι και η επικουρικά ασκούμενη πλαγιαστική αγωγή. Ενόψει όλων, αυτών η εκκαλουμένη, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως παραγεγραμμενη και ως προς τις δύο βάσεις της, δεν έσφαλε και όσα αντίθετα υποστηρίξει η εκκαλούσα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα”….με το ν’ απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, που είχε εκείνη ασκήσει ύστερα από παραδοχή της ένστασης των αναιρεσιβλήτων για τη συμπλήρωση της διετούς και πενταετούς αντίστοιχα, παραγραφής μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής της (αναιρεσείουσας), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες, ως άνω, ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 937 παρ. 1 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 247, 251 ΑΚ, 10 παρ. 2 του ν. 439/1976, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι από τις 28-7-1999, που η αναιρεσείουσα εξήλθε από το νοσοκομείο γνώριζε την έκταση της ζημιάς της από την μόνιμη καθολική αναπηρία της και τους υπόχρεους σε αποζημίωση για τις ένδικες αγωγικές αξιώσεις της που ήταν προβλεπτές από τότε, στο σύνολό τους, μέχρι την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στους αναιρεσίβλητους αντίστοιχα στις 8-2-2005 και στις 25-2-2005 συμπληρώθηκε η διετής και πενταετής παραγραφή κατά της δεύτερης και πενταετής παραγραφή κατά του πρώτου δικαιολογούν την παραδοχή της ενστάσεως παραγραφής των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη της έφεσης και της αγωγής της αναιρεσείουσας. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό, λόγο του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του….Δ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση και ειδικά την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 937 παρ. 1, 247, 251 ΑΚ, 10 παρ. 2 του ν. ν. 489/1976 τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλως. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το αριθ. 19 του άρθρου 559 του….Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά την επ’ αυτόν περιλαμβανόμενη αιτίαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του….Δ όσο αναφέρεται σε παραβίαση εκ μέρους του Εφετείου με εσφαλμένη ευθεία και εκ πλαγίου εφαρμογή της διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ κρίνεται απαράδεκτος, γιατί παρόμοιος ισχυρισμός για επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής που στηρίζει τον αναιρετικό λόγο δεν προτάθηκε από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο ούτε με την έφεση της ούτε με τις έγγραφες προτάσεις της, αλλά ούτε και στο αναιρετήριο γίνεται επίκληση ότι παρόμοιος ισχυρισμός που δικαιολογούσε την εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης προβλήθηκε παραδεκτά στο Εφετείο από την αναιρεσείουσα και εκκαλούσα. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά την εις αυτόν κατά το τέταρτο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 του….Δ ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψην και ν συνεκτίμηση της από 4-1-2002 γνωμάτευση του καθηγητή Ορθοπεδικής … με την οποία πιστοποιήθηκε η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της κρίνεται αβάσιμος, γιατί το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, και με βάση της προαναφερθείσες παραδοχές της ειδικά εκτίμησε και έλαβε υπόψην του το περιεχόμενο της πιο πάνω ιατρικής γνωμάτευσης, κρίνοντας όμως ανέλεγκτα επί της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του….Δ), ότι από την ίδια γνωμάτευση δεν προέκυπτε νέα δυσμενέστερη και απρόβλεπτη μεταβολή της κατάστασης της υγείας της. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά την σ’ αυτόν κατά το τελευταίο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις όσο συνδέονται με επιδείνωση της καταστάσεις της υγείας της αναιρεσείουσας ήταν προβλεπτές ή όχι και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το ότι οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις της προέκυψαν για πρώτη φορά μετά το 2002 είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού κατά τα προεκτιθέμενα το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι όλες οι ζημιογόνες συνέπειες από το τραυματισμό της αναιρεσείουσας ήταν γνωστές σ’ αυτήν και προβλεπτές το αργότερο κατά το χρόνο της εξόδου της από το νοσοκομείο στις 28-7-1999, με τον ίδιο δε λόγο κατά το λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνοι του άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Επομένως εφ’ οσον όλοι οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι, συνακόλουθα απορριπτέα είναι και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί να καταβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, λόγω της ήττας της (άρθρ183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-2-2009 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ’ αριθ. 7842/2007 απόφασης του…. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2010….στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


About the Author



Back to Top ↑